TRANSLATION

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Allons en Icarie !!! Η “Ικαρία”, Κεφάλαιο στην Ιστορία του Κομμουνισμού


Ο Étienne, παρά τις επιφυλάξεις που του εξέφρασε ο ιακωβίνος Dr. Berrier-Fontain, μια γριά αλεπού της Επανάστασης και σημαίνων παράγοντας της παρισινής Société des droits de 1'homme et du citoyen , αποφάσισε τελικά να δημοσιεύσει στο φύλλο της 9ης Μαΐου του 1847 της “Le populaire”, εφημερίδας που εξέδιδε, το εξαιρετικά ριψοκίνδυνο προσκλητήριο με τίτλο: “Travailleurs, allons en Icarie”.
Μετά από 9 μήνες, στις 3 Φεβρουαρίου του 1848, η ίδια αυτή φράση ακούστηκε ξανά ως μεγάλη αποχαιρετιστήρια ιαχή, μαζί με κάποιες πιο συγκρατημένες φωνές “partons pour Icarie”, ένα χειμωνιάτικο πρωινό στο λιμάνι της Χάβρης, όταν οι 69 τολμηροί σύντροφοι του Cabet, προπομποί ενός ακραίου αλλά μαγευτικού σχεδίου, επιβιβάστηκαν ανάκατοι με δέματα και εμπορεύματα στο αμπάρι του γεροδεμένου, θαλασσομάχου αλλά και χοντροκομμένου, αποπνικτικού και απελπιστικά αργοκίνητου φορτηγού ιστιοφόρου “Ρώμη”. Για πού;
Ήταν βέβαια μια ειρωνεία της δικής τους ιστορικής ιδιαιτερότητας ότι μόλις 20 μέρες αργότερα, συνέβη η μεγάλη εξέγερση στο Παρίσι, η ένδοξη Επανάσταση του Φεβρουαρίου, η πτώση του Λουδοβίκου Φιλίππου και η ίδρυση της “Δεύτερης Δημοκρατίας” του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αν η πρώτη φουρνιά δεν είχε μπαρκάρει πιθανότατα όλο το σχέδιο θα είχε αναβληθεί ή ματαιωθεί. Αλλά τότε οι “Ικαριάνοι” θα έμεναν στην ιστορία ως απλή “συνιστώσα” της Κομμούνας.
Πότε ακριβώς γεννήθηκε στον Cabet αυτή η “τρελή” ιδέα ίσως δεν έχει και τόση σημασία. Σε μια επιστολή που έστειλε στη Δημοκρατική Εταιρεία του Λονδίνου το 1843 αναφερόταν, μάλλον για πρώτη φορά, στην πρόθεση του να ιδρύσει μια “μικρή κοινότητα” στην άκρη κάποιας λίμνης στην Αμερική. Σ' εκείνη την επιστολή έθετε, με αξιοσημείωτη προνοητικότητα, τρεις προϋποθέσεις για τη συγκεκριμένη κοινότητα: πρώτον να είναι μικρή αριθμητικά (μέχρι 200-300 ικανοί άνθρωποι), δεύτερον να έχουν όλοι κάποια εργασιακή ειδίκευση, ήθος και αφοσίωση (στοιχεία που θεωρούσε ότι αποτελούσαν εγγυήσεις διατήρησης της συναίνεσης και της αρμονίας) και τρίτον να διαθέτουν σοβαρές πηγές οικονομικής στήριξης (διότι ήταν ουτοπιστής αλλά όχι ανόητος).
Αν δεν κάνω λάθος, στην πρώτη έκδοση του πασίγνωστου έργου του “Voyage en Icarie”, το 1842, η ιδέα για το ενδεχόμενο ενός πραγματικού ταξιδιού δεν αναφέρεται. Μετά την έκδοση πάντως, το 1846, του “Le Vrai Christianisme suivant Jésus Christ”, πάμπολλες επιστολές των θαυμαστών του προς την “Le Populaire” του απέδιδαν ιδιότητες μάρτυρα και μεσσία. Τον Αύγουστο του 1846 απάντησε στους αναγνώστες του με τη φράση: “Ο κομμουνισμός τούτο μόνο λέει: είμαι η Ανάσταση και η Ζωή”. Ίσως από εκείνη τη στιγμή να είχε πάρει την απόφαση του. Ο ικαριανισμός από πολιτική ιδεολογία θα έπρεπε να μετατραπεί σε πραγματοποιημένο παράδειγμα νέας κοινωνίας.
Θα ήταν τετριμμένο να προβεί κάποιος σε κριτικό σχολιασμό του ουτοπικού σοσιαλισμού του Cabet, αφού το ζήτημα εξάντλησαν οι συγκαιρινοί του, Κ. Marx και F. Engels. Σε ένα από τα πλέον διαβασμένα κείμενα, στο “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, η Ικαρία του Cabet έχει την τιμητική θέση της, αφού ανήκε απολύτως στο είδος. Σήμερα υπερεπαρκεί η περιγραφή των αδιέξοδων περιπετειών της.
Η ανάσυρση του αλλόκοτου μύθου του Cabet ορμάται από ένα αισιόδοξο αξίωμα, αφήνοντας κατά μέρος τι είναι ουτοπικό και τι όχι. Ότι κάθε απόπειρα ηθικοπολιτικής “φυγής”, ανεξαρτήτως προγνωστικών βιωσιμότητας, μετασχηματίζεται σε πειραματική γνώση, την οποία κοινωνικές ομάδες ή αδόμητα αθροίσματα ατόμων δικαιούνται να επιζητούν - παρά το οδυνηρό της μεθόδου.
Η ευκαιρία της αφήγησης της ιστορίας του ικαριανισμού, μιας αξιοπρεπούς περιπέτειας προσωπικών επιλογών, προσωπικών τιμημάτων και χωρίς επιζήμιες συνέπειες σε τρίτους, αναδεικνύει το καταστατικό δικαίωμα της οραματικής άσκησης με, κατά κανόνα, αδιέξοδους και τυχοδιωκτικούς αλλά γόνιμους πειραματισμούς “επανεκκινήσεων” συλλογικής οργάνωσης.
Ωστόσο, οι προειδοποιήσεις της "18ης Brumaire " είναι διδακτικές. Όπως ο αρχάριος της ξένης γλώσσας πρέπει πάντα να μεταφράζει στη μητρική του, μέχρι ν' αποκτήσει την ελευθερία του στην καινούργια, έτσι και κάθε οραματισμός θα περιέχει αναπόδραστες αναδρομές στη δική του μητρική γλώσσα.
Το όραμα
Δεν ξέρω αν το σημείο με τους απορριπτικούς υπαινιγμούς του Marx στη “18η” για “δογματικούς πειραματισμούς” είχε ως στόχο κυρίως τον Cabet, τον οποίο, ανεξαρτήτως της κριτικής του, εκτιμούσε βαθιά. Αν ήταν έτσι, είχε εντοπίσει το κρίσιμο σημείο: ότι αυτοί οι πειραματισμοί ουσιαστικά σήμαιναν παραίτηση από την ιδέα να ανατραπεί μέσω ταξικών συγκρούσεων (επαναστατικά) ο παλιός κόσμος, ότι ζητούσαν την πραγματοποίηση της Λύτρωσης “πίσω από τις πλάτες της κοινωνίας, με ιδιωτικό τρόπο” και γι αυτό επέπρωτο να είναι αναγκαστικά αποτυχημένες.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Ο “πάτερ” (όπως τον αποκαλούσε ο Engels) Cabet ήδη από το Σεπτέμβριο του 1841, σε μια μπροσούρα του με τίτλο “Ma ligne droite ou le vrais chemin du salut pour le peuple”, με άφθονη λεγκαλιστική ρητορική, είχε αποκηρύξει κάθε μορφή βίας. Μεταξύ άλλων αστικών δημοκρατικών ιδεών που εξέθετε καλούσε σε διάλογο αμοιβαίας ανεκτικότητας και προσέγγισης αλλά και σε κοινό μέτωπο τους κομμουνιστές και τους μεταρρυθμιστές για τη σωτηρία “τους”.
Μπορεί σ' αυτό να είχε συντελέσει η πρόσφατη συντριβή της παρισινής ένοπλης εξέγερσης της 12ης Μαΐου 1839 οργανωμένης από μέλη της Société des Saisons με κεντρικά πρόσωπα τους Armand Barbès , Martin Bernard, Blanqui και τη συμμετοχή κάποιων νεο-μπαμπεφικών. Τόσο ο Cabet όσο και οι περισσότεροι πρωταγωνιστές των γεγονότων που προηγήθηκαν της Επανάστασης του '48 ασφαλώς δεν ήταν τίποτα “δημοκράτες με κίτρινα γάντια” αλλά πρόσωπα υψηλού καρμποναρικού ήθους, αγωνιστικότητας και υπερηφάνειας, ανεξαρτήτως της κατοπινής πορείας καθενός.
Σε κάθε περίπτωση, παρά την εκρηκτική ατμόσφαιρα, η απήχηση του Cabet μεγάλωνε, όχι τόσο στους ανειδίκευτους εργάτες των βιομηχανιών της εποχής όσο στους μεσαίας ηλικίας “ανεξάρτητους” αλλά απειλούμενους από την ανάπτυξη της βιομηχανίας ειδικευμένους τεχνίτες (ραφτάδες, υποδηματοποιούς, υφαντουργούς, οικοδόμους, μαραγκούς, κλειδαράδες κλπ). Η αδιαφορία των αγροτών για τον Cabet ήταν δεδομένη, όπως και το αντίστροφο. Αυτό θα αποδεικνυόταν μοιραίο όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Η δημοτικότητα του ακραιφνώς κομμουνιστικού αλλά “ιδιωτικού”, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Marx, “ικαριανισμού” ενισχυόταν ακατάπαυστα και στα τέλη του 1846 στη συντριπτική πλειοψηφία των νομών της Γαλλίας υπήρχαν οργανώσεις πιστών του Cabet αθροίζοντας 100.000 περίπου “στρατιώτες της ανθρωπότητας”, άνδρες και γυναίκες. Αν συγκρίνει κανείς τον αριθμό αυτό με τους 1.000-1500 της εξέγερσης του '39 και συνυπολογίσει την κυκλοφορία της μηνιαίας Le Populaire (3.500 φύλλα), αντιλαμβάνεται το μέγεθος της επιρροής του. Ας προστεθεί ότι όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και πλήθος εργατών, φτωχών και εξαθλιωμένων προσλάμβαναν τη γενική ατμόσφαιρα της προ-βοναπαρτικής Γαλλίας ως απόλυτα μίζερη και άνευ προοπτικής. Οπότε, η εύληπτη απλότητα του ικαριανικού δόγματος: “κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και αδελφότητα”, η τόσο ρομαντικά και ιδεαλιστικά ζωγραφισμένη “Ικαρία”, όπως την περιέγραφε λογοτεχνικά ο Cabet στο “Ταξίδι” και η απάλειψη της συγκρουσιακής μετάβασης στον κομμουνισμό ήταν βάλσαμο ψυχής και τέρψη διανοίας.
Αυτή η κορύφωση δημοφιλίας το 1846 συμβαδίζει με τη συγκατάθεση του στην έντονα μεσσιανική εικόνα του. Ο 58χρονος Étienne μπορούσε πλέον, όπως έκανε στο “Le Vrai Christianisme”, να καλεί τους “Ικαριανούς” σ' έναν επίγειο παράδεισο, τον οποίο είχε βρει, 3.000 χιλιόμετρα μακριά απ' τη Γαλλία, στην κοιλάδα του ποταμού Trinity, στο Texas.
Ο Cabet ήταν κομμουνιστής, οραματιστής. Δεν ήταν όμως δημοκράτης. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Η κοινότητα των ανθρώπων γύρω του είχαν βρει το Λυτρωτή. Η “ονειροφόρος προσδοκία” για όλους σαφέστατη. Ελάχιστοι εξάλλου μπορούσαν να φέρουν αντίρρηση στον Ποιμένα ενώ ακόμα πιο μετρημένες ήταν κάποιες φωνές που τον αμφισβητούσαν. Εξάλλου ήταν και αγύριστο κεφάλι.
Συνεπαρμένος λοιπόν από την προοπτική πραγματοποίησης της ιδέας της Ικαρίας ήρθε σε επαφή με έναν Άγγλο συνεργάτη του Robert Owen, τον T.W. Thornton. Κατά σύμπτωση κάποιος W.S. Peters, κτηματομεσίτης από το Texas, είχε υποδείξει στον Owen την Κοιλάδα Τρίνιτι, στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με την Ιερουσαλήμ, με άφθονα νερά, ως τον ιδεώδη τόπο για ίδρυση αποικίας. Ο Owen όμως είχε πάψει πλέον να ενδιαφέρεται, οπότε η γη ήταν διαθέσιμη. Μεταξύ του κτηματομεσίτη και του Owen υπήρχε μια αθέατη απ' τον Cabet συναλλαγή η οποία μπέρδευε τα πράγματα με μια συνέπεια που δεν είναι της ώρας. Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1847 έκλεισε στο Λονδίνο η συμφωνία μεταξύ Peters και Cabet ενώ μετά 3 μήνες “πέσανε” και οι υπογραφές. Οι Ικαριάνοι θα είχαν στη διάθεση τους 3.000 εκτάρια ελεύθερης γης με τον όρο μέχρι την 1η Ιουλίου 1948 να έχουν οικοδομήσει κατοικίες. Τούτου γενομένου κάθε οικογένεια θα έπαιρνε εγγυήσεις παραχώρησης 320 εκταρίων. Κάθε κομμάτι όμως ανήκε κατά το ήμισυ στην Πολιτεία του Texas και κατά το άλλο μισό στην εταιρεία του Peters, η οποία διατηρούσε το δικαίωμα πώλησης του σε ύστερο χρόνο. Με επίγνωση αυτών των δεδομένων ο Cabet επέστρεψε στο Παρίσι και στις 14 Νοεμβρίου το κύριο άρθρο στην Le Populaire είχε τίτλο “Εμπρός για το Τέξας!” Ανέθεσε στον Sully, Iκαριάνο συνεργάτη του στην Αγγλία να φύγει για το Texas και να φροντίσει για όλες τις προετοιμασίες ενώ ο ίδιος από το Παρίσι ανέλαβε την επιλογή των πρωτοπόρων της μεγάλης αναχώρησης.
Έτσι οι 69 θαλασσοπόροι Ικαριάνοι έστειλαν τον λιτό αποχαιρετισμό “partons pour Icarie” από το λιμάνι της Χάβρης στις 3 Φεβρουαρίου του 1848 έχοντας μπροστά τους μια επίφοβη κτηματομεσιτική συμφωνία και την ελπίδα πως η αμερικανική γη είναι η προορισμένη Ικαρία τους.
Ποιος θέλει και ποιος χρειάζεται το τέλος της ιστορίας; Αφήνοντας τα πράγματα στο σημείο αυτό η γεύση είναι ελαφριά, γλυκιά, πικάντικη. Όσοι δεν έχουν χορτάσει ας ανατρέξουν στις ιστορικές πηγές. Προειδοποιώ όμως πως όσοι το παρακάνουν θα νοιώσουν βαρυστομαχιά!

Θάνος Κωτσόπουλος

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ο πρίγκηπας Myshkin και ο Δαρείος στην Times Square

Έχω βαρεθεί τα πολλά λόγια.
 
Ανατρέξτε μόνο στις σελίδες του “Ηλίθιου” εκεί που η Αδελαΐδα προκαλεί τον Μίσκιν να της βρεί “ένα θέμα για πίνακα”, βρείτε λίγο μετά τι της προτείνει εκείνος και μετά αναζητείστε την είδηση που τόσο εκτενώς ανέδειξε το Spiegel για την “παράλογη” βία της αστυνομίας της Νέας Υόρκης που χρειάστηκε να γαζώσει με 12 σφαίρες τον φτωχό Darrius Kennedy για να αποτρέψει την “απειλή” αυτού του άλλου “ηλίθιου”.

Κάντε τη δουλειά, παρακαλώ, μόνοι σας.

Μην το περιμένετε έτοιμο.

Hadi bakalim!

Μετά μπορούμε να συζητήσουμε όσο θέλετε. Αλλά μακριά από κοινούς τόπους. Δεν θα ανεχθώ να ξαναπούμε ανθρωπιστικά και παρόμοια. Ούτε να κάνουμε κοζερί σαν τα εκατομμύρια των Ελλήνων εστέτ.

Να συμφωνήσουμε μόνο πως τέτοιες εμπνεύσεις θα μας επιφυλάσσει μπόλικες το μέλλον.


Σύντροφοι!

Πιάστε πινέλα, καμβάδες, μπογιές!

Θάνος Κωτσόπουλος

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Φέρτε πίσω στη σκηνή τον Αρλεκίνο !


Ένα από τα θέματα που είχε κατά νου ο Johann Christoph Gottsched, όταν το 1730 δημοσίευσε το έργο του Kritische Dichtkunst, ήταν να καθαρίσει το θεατρικό τοπίο από την επιδερμική, ex tempore, απλοϊκή, πληβειακή φάρσα του ιταλικού θεάτρου, της Commedia γενικώς. Αν και μπροστά του είχε να αντιμετωπίσει τη γερμανική εκδοχή του κεντρικού ήρωά της, την χονδροειδή, αισχρολόγα και μπουφόνικη φιγούρα του Hans Wurst, στο βάθος στόχευε τον λεπτό, ευκίνητο, διφορούμενο, θρυμματισμένο και ευάλωτο Harlequin. (Τι απρέπεια κι αυτή μερικών δημοσιογράφων να χαρακτηρίζουν “Αρλεκίνο” τον Μπερλουσκόνι !) Έριξε λοιπόν, παρέα με την ηθοποιό φράου Neuber, το μοιραίο σύνθημα: “Κατεβάστε επιτέλους τον Αρλεκίνο από τη σκηνή !”



Εμπνεόταν ασφαλώς από ευγενή κίνητρα. Στα μάτια του ψηλόκορμου, εύρωστου Πρώσσου όλοι αυτοί οι παρακμιακοί τύποι της Commedia dell Arte αντιπροσώπευαν στην καλύτερη περίπτωση ένα ανεπίστρεπτο παρελθόν, ενώ στη χειρότερη παρακμιακούς, τυποποιημένους, ρηχά διασκεδαστικούς τύπους, ανάξιους για το πεπρωμένο ενός λαού που επεφύλασσε για τον εαυτό του τον απόλυτο ιστορικό ρόλο. Άξιζε σ' αυτό το λαό μια κωμωδία αλλά και ένα δράμα σαν του Πλαύτου, του Τερέντιου, των Ελλήνων τραγικών. Ανάγκη πάσα να ανέβει το γούστο του κοινού και να τεθούν στόχοι στους συγγραφείς: (προτεσταντική) σοβαρότητα, (γερμανική) υψιπέτεια, (αγγλική) έμπνευση, κριτικό πνεύμα.
 



Όχι άλλοι zanni, τέρμα οι burlae, στο βεστιάριο με τη ναφθαλίνη ο Πιερότος (Πεντρολίνο), ταξικό και ηθικό alter ego του Αρλεκίνου, η Κολομπίνα, ο καυχησιάρης Καπιτάνο, ο Πουλτσινέλλα, ο Πανταλόνε, η Ιναμοράτα, ο Τουρλουπέν και οι λοιποί παρδαλοί “παγαπόντηδες”. Με απόφαση του αυτοκράτορα (της Αγίας Ρωμαϊκής) Ιωσήφ Β΄ άπαντες της παρέας αντάλλαξαν το δικαίωμά τους να βγαίνουν ενίοτε απ' το μπαούλο, σαν ξεχαρβαλωμένοι φασουλήδες, με τον απαράβατο όρο να μην ανοίξουν ποτέ πια το στόμα τους: υποχρεώθηκαν να μετατραπούν στις γνωστές θλιμμένες, βουβές φιγούρες της παντομίμας, καταδικασμένες στην εξοντωτική ποινή της ανοίκειας μορφής. Μοναδικός φιλόξενος και αληθινά χαρούμενος για τους φίλους μου “ευρωπαϊκός” τόπος από το 19ο και μετά οι πανέμορφοι κήποι Τίβολι στην Κοπεγχάγη. Ας είναι!



Οι γραμμές χαράχτηκαν

Το εγχείρημα του Gottsched ήταν ασφαλώς τεράστιο, σημαντικό, “σοβαρά” αμφιλεγόμενο. Το θέατρο πολύ περισσότερο από την ποίηση, τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες υπολείπεται ως προς την αποσαφήνιση της συμμετοχής του στην υπό διαμόρφωση αστική δημόσια σφαίρα. Η αγωνία, η σπουδή και ο μονοκόματος τρόπος του Gottsched είναι κατανοητά σε μια εποχή που διχάζεται από θρησκευτικές έριδες, ιδεολογικούς σπαραγμούς και οδηγείται σε πολώσεις όπως από ακραίες αντιθεατρικές στάσεις (J.J. Rousseau, θρησκευτικός δογματισμός) έως καθωσπρέπει θεατρόφιλες (Gottsched, Diderot, Lessing,) με τον όρο το θέατρο να καθαρθεί από τους αμαρτωλούς πειρασμούς της φάρσας, των μπουρλέσκ θιάσων και της παρέας του Αρλεκίνου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πόση ήταν η προσπάθεια στην Ευρώπη, με τους Άγγλους να πρωτοπορούν, να βγει το δράμα από τους αριστοκρατικούς κύκλους και να αποδοθεί στα μεσαία αστικά στρώματα. (Κι εδώ με λύπη, για πολλοστή φορά, η διαπίστωση του χάσματος μεταξύ της θεατροκρατούμενης [κατά Παπαϊωάννου] αθηναϊκής δημοκρατίας με την απόλυτη συνάρθρωση δράματος – πολιτών – δημοκρατίας και της θεοκρατούμενης νεωτερικής Δύσης με την απόλυτη αμηχανία απέναντι τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία).



Κι αν ενδεχομένως δεν έλειψαν απόπειρες διερεύνησης και επαναφοράς στοιχείων του κεντρικού ήρωα της Commedia τουλάχιστον από τον Θερβάντες, τον Μπέκετ, τον Τσάπλιν και πιο πάνω, για μένα, τον Πικάσο, κι αν ο ευρωπαϊκός καθωσπρεπισμός βρίθει από τετριμμένες αναφορές στο όνομά του, η πρόκληση να ανακαλύψουμε (ιδίως από την ελληνική πλευρά) ή να συνεχίσουμε την αναζήτηση αυτού του μυστηριώδη διονυσιακού ανδρόγυνου ταξιδευτή, αλχημιστή, μισού διαβόλου – μισού λυτρωτή είναι πέρα για πέρα παρούσα.

Θάνος Κωτσόπουλος

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Michel Rocard : «On est dans l’imbécillité politique collective»

Εκτός από μικρό και τρελλό τώρα τελευταία και από γέρο μαθαίνει κανείς (πολιτικές όμως) αλήθειες. Κάθε γεροντικό παραλήρημα ή λόγος που δε χρωστάει πια σε κανέναν είναι πράγματα άξια να ακούγονται...

Για τούτο αναρτώ την ακόλουθη συνέντευξη του Μ.Ροκάρ στη Liberation της 3ης Μαρτίου 2012 με αιχμές για την ελληνική "περίπτωση".

Recueilli par Jonathan Bouchet-Petersen, Sylvain Bourmeau, Alexandra Schwartzbrod

Est-ce ce voyage de trois semaines dans l’Antarctique dont il revient émerveillé ? Est-ce la distance que lui donnent les vingt-deux campagnes électorales qu’il a derrière lui ? Ou cette liberté que lui offrent ses 81 ans ? Michel Rocard n’a plus peur de rien, sauf des menaces, «d’une gravité inhabituelle», qui pèsent sur le monde. Entre deux bouffées de Gauloises sans filtre, il balaie pour Libération les grands sujets du moment à l’occasion de la publication de son dernier livre. Un livre dont il ne craint pas de dire : «Il n’y a pas beaucoup d’idées là-dedans, il n’y a que des faits et c’est bien là l’emmerdant. Si ce n’était que des idées, ce ne serait pas dangereux.»

Dans votre livre, le mot «inquiétude» revient souvent. Notamment face à la vacuité intellectuelle de la campagne…
Cela vaut pour tout le monde. On nous amuse avec un ballet de prestations de candidats, mais cette campagne n’a pas, jusqu’à présent, beaucoup concerné les problèmes de fond. La position de Nicolas Sarkozy et du patronat fausse le jeu car leur hypothèse essentielle est que nous allons finir par sortir des turbulences financières et qu’après, on retrouvera la grande croissance. Et celle-ci permettra tout : réformer la Sécurité sociale, assainir la pénitentiaire, reprendre une politique du logement, améliorer l’agriculture, faire baisser le chômage, etc. Or la grande croissance, c’est terminé. Le volume d’énergies fossiles disponibles va commencer à baisser d’ici deux ou trois ans, à un rythme vertigineux. C’est un fait.

A vous lire, ce qui compte c’est de faire le meilleur diagnostic…

Le programme du prochain président risque d’être disqualifié par les faits. Et je crains que les candidats n’en soient pas conscients. Cela ne veut pas dire que les programmes ne servent à rien, il est bien d’avoir une sorte d’inventaire de ce qu’on devrait faire. Mais quand on part pour la tempête, l’essentiel se joue en amont des programmes, dans la manière de définir l’absolu prioritaire et, bien sûr, le cap global. Après, on fait ce qu’on peut. Pour cette campagne, le diagnostic n’a pas assez été porté.

Un constat propre à cette campagne ?

Il existe à l’Assemblée nationale un registre appelé le «Barodet», la reliure depuis le début de la IIIe République de toutes les professions de foi des candidats élus. C’est dans le Barodet qu’on a lu par exemple lu les tracts délirants de Mitterrand en 1945, qui étaient d’un anticommunisme et d’un réactionnaire exacerbés. Le Barodet est la compilation de toutes les bêtises dites à l’occasion des campagnes présidentielles et sa consultation vaut réponse à votre question. Mais, cette fois, c’est plus grave. C’est une chose de dire des bêtises gentilles quand la nature a bon dos et que la France est en bonne santé. Aujourd’hui, les menaces sont d’une gravité inhabituelle. Nous ne nous sommes jamais trouvés dans une situation aussi dangereuse depuis bien des décennies. Nous devons faire face à l’effet de serre, à la menace de l’explosion des bulles financières, mais aussi à l’incapacité à sortir de la stagnation et d’un chômage qui continue à croître, sans oublier l’explosion de la précarité et une vraie menace de guerre au Moyen-Orient.

Dans ce sombre contexte, pourquoi avoir choisi François Hollande ?

D’abord parce qu’il va bien moins loin que Nicolas Sarkozy dans le mythe qu’on retrouvera la grande croissance pour s’en sortir. Il a compris. En signant la préface de mon livre, il signe une amorce de dialogue sur tous ces thèmes pas très présents dans le programme du PS, donc il signe sa disponibilité pour en sortir progressivement. Ce n’est pas moi qui vais lui faire grief d’avoir des contraintes de discours sur le dos, je n’ai que vingt-deux campagnes électorales sur ma propre tête…

Comment jugez-vous sa campagne ?

Plutôt meilleure que celle de Sarkozy car il fait moins de provoc.

Dans cette préface, il marque toutefois une réserve avec vous, il ne veut pas «offrir la France à la mondialisation»…

Il a raison, mais la formule est inexacte. Il ne faut surtout pas offrir la France à la mondialisation non régulée. La mondialisation est un fait et plutôt un fait positif. C’est grâce à ça que la Chine et l’Inde décollent, ce n’est pas rien. L’Afrique en est incapable pour d’autres raisons, mais elle va tout de même mieux maintenant qu’il y a vingt ans. Le monde bouge dans des conditions gigantesques et nous, nous somnolons !

Quand Hollande fait du «monde de la finance» son ennemi, ça vous plaît?

Il n’y a pas deux mondes, la finance et l’économie, étrangers l’un à l’autre. Il y a un monde où l’économie est dominée par la finance, mais en imbrication. A ce sujet, permettez-moi de citer quelques phrases éclairantes de responsables d’ordinaire tenus à un devoir de réserve. Lord Mervyn King, gouverneur de la Banque d’Angleterre, un homme qui n’a jamais un mot de trop, a expliqué il y a peu qu’il fallait s’attendre à une récession sans doute plus grave que celle de 1930. C’est le gouverneur de la banque d’Anglerre qui nous prédit plus grave, pas un prophète chevelu, un écolo ravageur ou Jean-Luc Mélenchon ! Un autre : Jean-Pierre Jouyet, président de l’Autorité des marchés financiers (AMF). Lui, dont le rôle est d’empêcher la casse et de rassurer les opérateurs de marché, a déclaré qu’il fallait craindre une explosion du système économique et financier mondial. On n’en parle pas beaucoup de tout ça dans la campagne et on s’amuse.

En matière de politique étrangère, quelle est votre grande inquiétude ?

Personne ne regarde le grand Moyen-Orient. Nous avons une stratégie américano-anglaise, acceptée par les autres, et notamment par nous, de torpiller toute possibilité de discuter sérieusement avec les Iraniens. Et même de faire un peu de provoc de temps en temps. Comme s’il s’agissait de préparer une situation de tolérance rendant acceptable une frappe israélienne. Dans cette hypothèse, la guerre devient une guerre irano-syrienne soutenue par la Chine et la Russie, comme on le voit à l’ONU, contre en gros l’Occident et ses clients. Et l’Europe se tait. C’est une affaire à millions de morts, l’hypothèse étant que ça commence nucléaire. Je connais bien ces dossiers et je n’ai jamais eu aussi peur. Nos diplomates ont perdu l’habitude de traiter des situations de cette ampleur et tous nos politiques jouent à se faire plaisir avec des satisfactions de campagne électorale. Ce qui est nouveau, c’est l’intensité des dangers par rapport à un état d’esprit futile. Autre nouveauté, ces dangers sont extérieurs, résolument mondiaux. Il n’y a que l’Amérique latine et l’Australie pour avoir une chance d’y échapper. Aucun grand pays, même la Chine ou les Etats-Unis, n’y peut quelque chose à lui tout seul. Il n’y a de réponse que dans une consultation mondiale attentive dont tout le monde se moque. Nous acceptons même, Guéant compris, un repli sur nous-même et une xénophobie croissante alors que le monde va vers la mixité. Ça me rend malade.

Ce repli ne se nourrit-il pas de l’idée que la mondialisation est bénéfique pour de nombreux pays mais synonyme de délocalisations en France ?

Les délocalisations pèsent pour moins de 9 % de notre chômage. On met les priorités du débat où on veut et où on peut, mais il faudrait rester intelligent et respectueux des faits. Il y a autre chose, c’est cette joie de vivre que nous avons à parler de l’immigration et du malaise que créent les étrangers chez nous. Il est évident que quand ils sont là ils prennent un peu du travail. Il est non moins évident qu’ils prennent le plus souvent des boulots dont les Français ne veulent plus. Et il est encore plus évident que si on a envie de faire quelque chose, on peut limiter l’ampleur quantitative du problème de 0,5 % ou de 1 %. Quelles que soient l’intensité verbale, la vigueur des haines et la joie de vivre qu’auront les militants FN ou ceux de Sarkozy à voir les Français se refuser les uns les autres de vivre ensemble, ça ne changera rien et pourrira tout. L’essentiel reste l’effet de serre et le danger financier. Nous ne nous occupons pas de l’essentiel.

Parlons d’énergie, puisque vous mettez cette question au cœur de votre livre…

Grand dieu ! Je ne la mets pas, elle y est. Il n’y a rien dans mon livre qui soit intellectuellement nouveau ou qui soit une hypothèse. Tous les esprits un peu cultivés savent que l’énergie va être la clé de notre avenir.

Ce problème est-il assez abordé par les différents candidats?

On n’en parle pas assez et pas assez bien. Depuis un moment, on trouve chaque année du pétrole nouveau en moindre volume estimé que ce qu’on a consommé dans l’année. Et ça ne pas va s’arranger. Or la demande chinoise, indienne et de tous les émergents comme le Brésil continue à augmenter vertigineusement. Cela va se traduire sur les prix, ça a d’ailleurs déjà commencé.

Vous faites dans votre livre un vibrant plaidoyer pour le nucléaire civil…

L’importance de ce qu’il faut faire passer dans l’opinion concerne surtout les énergies renouvelables. Nous avons tous envie d’une énergie qui ne tue plus et nous avons tous envie d’une énergie qui respecte notre écologie. Malheureusement, nous ne disposons pas encore de solutions scientifiques qui rendent les énergies renouvelables assez accessibles financièrement pour qu’elles s’intègrent dans le fonctionnement de nos économies. L’éolien et le solaire, les deux plus diffusées, ne permettent pas de faire du kilowatts-heure par milliards. Or il nous en faut des centaines de milliards. Des pays comme le Danemark et l’Allemagne, qui ont joué cette carte trop fort trop vite, vont avoir des problèmes car ils vont devoir payer l’éolien à des prix exorbitants. Le sujet du nucléaire, on y arrive par différence. Et donc, on y arrive… Si on ne trouve rien, en l’état actuel des choses, on va vite arriver à un moment où la baisse très forte des énergies fossiles disponibles va se traduire par une baisse tout aussi forte du Produit intérieur brut (PIB). Ainsi, quiconque dit qu’il faut renoncer au nucléaire nous explique en fait qu’il faut accepter la décroissance. Et là, je fais une hypothèse, la seule du livre, c’est que l’obligation de la décroissance conduit à la guerre civile. Ce n’est pas tenable et ça pose d’ailleurs une question majeure pour la Grèce qui subit une décroissance forcée : comment fait-on dans ce contexte pour maintenir des élections ? Il n’est pas possible de gouverner ce peuple en lui disant qu’il va perdre 25 % de son revenu dans les dix ans si on tient à payer toutes les dettes. Personne ne le dit, mais il ne peut y avoir d’issue en Grèce qu’avec un pouvoir militaire.

La Grèce doit donc éviter de payer toutes ses dettes ?

Il devient de plus en plus indispensable d’annuler partout une bonne partie de la dette non payable. Mais attention, la grande bulle qui menace, elle est privée ! Une éventuelle crise de la dette souveraine européenne ne serait qu’un petit détonateur. Nous sommes dans l’imbécillité politique collective.

Quelle mesure jugez-vous urgent de mettre en place pour réguler la finance ?

La séparation absolue des banques de dépôt et des banques d’investissement. Une solution qui nous a évité pendant soixante ans toute crise financière mondiale. Une mesure de bon sens à laquelle l’Allemagne nous a fait renoncer, nous l’Europe, dès le début des années 90 et j’en prends ma part de responsabilité puisque j’ai laissé Bérégovoy faire le coup. Je n’avais pas encore tout compris. Il faut rétablir ce qu’on appelle le Glass-Steagle Act aux Etats-Unis. Il y a urgence car le pouvoir bancaire a gagné à la City, a vaincu Obama au Sénat, dispose de Mme Merkel comme complice et est en train de gagner en France malgré la lucidité surprenante et déracinée de Sarkozy.

Que voulez-vous dire par «lucidité surprenante et déracinée» ?

Sarkozy est un avocat qui a appris l’économie au contact d’anticolbertistes et d’antigaullistes tels Alain Madelin et Gérard Longuet. Par héritage, cela aurait dû en faire un David Cameron français. Mais ce qu’il avait appris en économie n’avait pas ravagé son extraordinaire disponibilité mentale à comprendre. C’est quand même une intelligence supérieure ce président. Il a mis quinze jours à tout comprendre, c’est-à-dire que la crise démontrait la fausseté des paradigmes de l’organisation économique du monde. Une fois la faillite de Lehman Brothers acquise, il a compris qu’il fallait de la garantie publique pour en sortir. Son énergie n’a pas suffi à bousculer l’Europe, mais elle a arraché des améliorations et un peu de questionnement sur les agences de notation. Mais sur le Glass-Steagle Act, rien, et ces mots terribles quand il a dit qu’il ne fallait rien faire qui puisse affaiblir le système bancaire, et notamment pas lui enlever la possibilité de faire de l’argent avec les dépôts des Français.

Si Hollande est élu, quelle est sa marge de manœuvre ?

La marge de manœuvre budgétaire est à peu près nulle. Mais la mesure par laquelle l’Etat français pénaliserait fiscalement et gravement toute entreprise bancaire coupable d’avoir maintenu des accords et des opérations avec les paradis fiscaux, la mesure selon laquelle il ne saurait y avoir l’exercice de la profession d’agent notateur autrement que sur une base de service public, la mesure selon laquelle le mélange des activités de dépôt et de financement du risque est globalement interdit, tout ça ne coûte rien! La vraie marge de manœuvre, c’est la compréhension politique de l’opinion, d’où l’importance d’en parler. Je ne vais pas les lâcher, ni lui, ni Sarko, ni nos pauvres écolos qui ont raison à peu près sur tout sauf sur l’énergie, c’est-à-dire sur l’essentiel.


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Pourquoi faut-il que les Etats payent 600 fois plus que les banques ?

Aναδημοσιεύω το ενδιαφέρον αυτό δημοσίευμα της Monde
του Michel Rocard και του οικονομολόγου Pierre Larrouturou


Ce sont des chiffres incroyables. On savait déjà que, fin 2008, George Bush et Henry Paulson avaient mis sur la table 700 milliards de dollars (540 milliards d'euros) pour sauver les banques américaines. Une somme colossale. Mais un juge américain a récemment donné raison aux journalistes de Bloomberg qui demandaient à leur banque centrale d'être transparente sur l'aide qu'elle avait apportée elle-même au système bancaire.
Après avoir épluché 20 000 pages de documents divers, Bloomberg montre que la Réserve fédérale a secrètement prêté aux banques en difficulté la somme de 1 200 milliards au taux incroyablement bas de 0,01 %.

Au même moment, dans de nombreux pays, les peuples souffrent des plans d'austérité imposés par des gouvernements auxquels les marchés financiers n'acceptent plus de prêter quelques milliards à des taux d'intérêt inférieurs à 6, 7 ou 9 % ! Asphyxiés par de tels taux d'intérêt, les gouvernements sont "obligés" de bloquer les retraites, les allocations familiales ou les salaires des fonctionnaires et de couper dans les investissements, ce qui accroît le chômage et va nous faire plonger bientôt dans une récession très grave.

Est-il normal que, en cas de crise, les banques privées, qui se financent habituellement à 1 % auprès des banques centrales, puissent bénéficier de taux à 0,01 %, mais que, en cas de crise, certains Etats soient obligés au contraire de payer des taux 600 ou 800 fois plus élevés ? "Etre gouverné par l'argent organisé est aussi dangereux que par le crime organisé", affirmait Roosevelt. Il avait raison. Nous sommes en train de vivre une crise du capitalisme dérégulé qui peut être suicidaire pour notre civilisation. Comme l'écrivent Edgar Morin et Stéphane Hessel dans Le Chemin de l'espérance (Fayard, 2011), nos sociétés doivent choisir : la métamorphose ou la mort ?

Allons-nous attendre qu'il soit trop tard pour ouvrir les yeux ? Allons-nous attendre qu'il soit trop tard pour comprendre la gravité de la crise et choisir ensemble la métamorphose, avant que nos sociétés ne se disloquent ? Nous n'avons pas la possibilité ici de développer les dix ou quinze réformes concrètes qui rendraient possible cette métamorphose. Nous voulons seulement montrer qu'il est possible de donner tort à Paul Krugman quand il explique que l'Europe s'enferme dans une "spirale de la mort". Comment donner de l'oxygène à nos finances publiques ? Comment agir sans modifier les traités, ce qui demandera des mois de travail et deviendra impossible si l'Europe est de plus en plus détestée par les peuples ?

Angela Merkel a raison de dire que rien ne doit encourager les gouvernements à continuer la fuite en avant. Mais l'essentiel des sommes que nos Etats empruntent sur les marchés financiers concerne des dettes anciennes. En 2012, la France doit emprunter quelque 400 milliards : 100 milliards qui correspondent au déficit du budget (qui serait quasi nul si on annulait les baisses d'impôts octroyées depuis dix ans) et 300 milliards qui correspondent à de vieilles dettes, qui arrivent à échéance et que nous sommes incapables de rembourser si nous ne nous sommes pas réendettés pour les mêmes montants quelques heures avant de les rembourser.

Faire payer des taux d'intérêt colossaux pour des dettes accumulées il y a cinq ou dix ans ne participe pas à responsabiliser les gouvernements mais à asphyxier nos économies au seul profit de quelques banques privées : sous prétexte qu'il y a un risque, elles prêtent à des taux très élevés, tout en sachant qu'il n'y a sans doute aucun risque réel, puisque le Fonds européen de stabilité financière (FESF) est là pour garantir la solvabilité des Etats emprunteurs...

Il faut en finir avec le deux poids, deux mesures : en nous inspirant de ce qu'a fait la banque centrale américaine pour sauver le système financier, nous proposons que la "vieille dette" de nos Etats puisse être refinancée à des taux proches de 0 %.

Il n'est pas besoin de modifier les traités européens pour mettre en oeuvre cette idée : certes, la Banque centrale européenne (BCE) n'est pas autorisée à prêter aux Etats membres, mais elle peut prêter sans limite aux organismes publics de crédit (article 21.3 du statut du système européen des banques centrales) et aux organisations internationales (article 23 du même statut). Elle peut donc prêter à 0,01 % à la Banque européenne d'investissement (BEI) ou à la Caisse des dépôts, qui, elles, peuvent prêter à 0,02 % aux Etats qui s'endettent pour rembourser leurs vieilles dettes.

Rien n'empêche de mettre en place de tels financements dès janvier ! On ne le dit pas assez : le budget de l'Italie présente un excédent primaire. Il serait donc à l'équilibre si l'Italie ne devait pas payer des frais financiers de plus en plus élevés. Faut-il laisser l'Italie sombrer dans la récession et la crise politique, ou faut-il accepter de mettre fin aux rentes des banques privées ? La réponse devrait être évidente pour qui agit en faveur du bien commun.

Le rôle que les traités donnent à la BCE est de veiller à la stabilité des prix. Comment peut-elle rester sans réagir quand certains pays voient le prix de leurs bons du Trésor doubler ou tripler en quelques mois ? La BCE doit aussi veiller à la stabilité de nos économies. Comment peut-elle rester sans agir quand le prix de la dette menace de nous faire tomber dans une récession "plus grave que celle de 1930", d'après le gouverneur de la Banque d'Angleterre ?

Si l'on s'en tient aux traités, rien n'interdit à la BCE d'agir avec force pour faire baisser le prix de la dette. Non seulement rien ne lui interdit d'agir, mais tout l'incite à le faire. Si la BCE est fidèle aux traités, elle doit tout faire pour que diminue le prix de la dette publique. De l'avis général, c'est l'inflation la plus inquiétante !

En 1989, après la chute du Mur, il a suffi d'un mois à Helmut Kohl, François Mitterrand et aux autres chefs d'Etat européens pour décider de créer la monnaie unique. Après quatre ans de crise, qu'attendent encore nos dirigeants pour donner de l'oxygène à nos finances publiques ? Le mécanisme que nous proposons pourrait s'appliquer immédiatement, aussi bien pour diminuer le coût de la dette ancienne que pour financer des investissements fondamentaux pour notre avenir, comme un plan européen d'économie d'énergie.

Ceux qui demandent la négociation d'un nouveau traité européen ont raison : avec les pays qui le veulent, il faut construire une Europe politique, capable d'agir sur la mondialisation ; une Europe vraiment démocratique comme le proposaient déjà Wolfgang Schäuble et Karl Lamers en 1994 ou Joschka Fischer en 2000. Il faut un traité de convergence sociale et une vraie gouvernance économique.

Tout cela est indispensable. Mais aucun nouveau traité ne pourra être adopté si notre continent s'enfonce dans une "spirale de la mort" et que les citoyens en viennent à détester tout ce qui vient de Bruxelles. L'urgence est d'envoyer aux peuples un signal très clair : l'Europe n'est pas aux mains des lobbies financiers. Elle est au service des citoyens.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Βοήθημα περί Κυριαρχίας

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Θεωρία των δύο σταδίων ανάλογη του Pufendorf διατυπώνει και ο John Locke. Έχοντας απομακρυνθεί από το ακραία συγκρουσιακό πρότυπο του Hobbes θεωρεί ότι η “φυσική κατάσταση” δεν είναι μια κατάσταση γενικευμένου πολέμου μεταξύ ατόμων αλλά μια κατάσταση ατελούς εξασφάλισης των ατομικών δικαιωμάτων. Άρα, σε πρώτη φάση η κοινωνία -της οποίας τα μέλη επειδή δεν βρίσκονται σε χομπσιανή κατάσταση σύγκρουσης αλλά μόνο επισφάλειας των ατομικών τους δικαιωμάτων- αυτοσυγκροτούνται σε κοινωνία πολιτών και στη συνέχεια προβαίνουν στη φάση του γνωστού συμβολαίου, όπου ο καθένας παραδίδει τα φυσικά του δικαιώματα στο όνομα του κοινού καλού -αλλά ως εκεί. Η ιδέα του κοινού καλού, κεντρική για τον Locke, συνεπάγεται μια κυρίαρχη εξουσία η οποία πρέπει να είναι προστατευτική και όχι καταστροφική, απειλητική για τους πολίτες. Την ύψιστη εξουσία έχει το νομοθετικό σώμα, από το οποίο, αντιπροσωπευτικά, εκπηγάζει -ως βούληση της πολιτικής κοινωνίας- το θετικό δίκαιο.
Δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί κανείς να συνδέσει άμεσα τα ζητήματα της κυριαρχίας με τη λοκιανή θεωρία της “φυσικής κατάστασης”. Ωστόσο, το απειλητικό ενδεχόμενο της εξόδου μιας χώρας, προκειμένου να μην τρωθεί η εθνική της κυριαρχία, από την διεθνή πολιτική κοινωνία παραπέμπει στην κατάσταση της φύσης, όπου ισχύει ως μοναδικός και απόλυτος όρος το “δικαίωμα της αυτοσυντήρησης”. Τότε όμως ενεργοποιείται ολόκληρος ο κύκλος μιας ανάμνησης που “υπήρξε πραγματικά” και από τον οποίο οι άνθρωποι έπρεπε να αναζητήσουν τη θεραπεία των δεινών της. Όπως σε κάθε ατομικό ιστορικό είναι εγγεγραμμένος ο αναπόφευκτος συμβιβασμός και η αποδοχή της απάρνησης του δικαιώματος της αυτοσυντήρησης και της ελευθερίας που συνεπάγεται και κατ' επέκταση της παράδοσης της φυσικής δύναμης, με αντάλλαγμα την είσοδο στην πολιτική κοινωνία έτσι και στις συλλογικές αναπαραστάσεις το ενδεχόμενο της πρόσδεσης της κυριαρχίας με το “έσχατο δικαίωμα” της αυτοσυντήρησης γίνεται αντιληπτό ως έσχατο και απευκταίο δεινό. Αυτό είναι το σημείο που μπορεί η θεωρία του Locke να φανεί γόνιμη στα ζητήματα της κυριαρχίας.
Αλλά και από μια άλλη αφετηρία ο Locke, έχοντας σαν γνώμονα την υπεράσπιση της “φυσικής κατάστασης” στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, αντιμετώπισε τις αρχές της αποφυγής της επιθετικότητας και της αναγνώρισης του δικαιώματος για αυτοκυβέρνηση, όπως τις διατύπωσε στη Δεύτερη Πραγματεία, όχι ως απόλυτες. Τα κράτη, όμοια με τα άτομα, ενδέχεται να παραβιάζουν δικαιώματα που απορρέουν από τη φυσική κατάσταση, οπότε η διεθνής κοινότητα δικαιούται να παρεμβαίνει, ακόμα και με χρήση βίας για την αποκατάστασή τους. Η κυριαρχία του κράτους που διαπράττει το αδίκημα τίθεται σε δεύτερη μοίρα, ο πόλεμος της επιβολής της τάξης χαρακτηρίζεται “δίκαιος” και δεν ισοδυναμεί με “επιθετική” συμπεριφορά.


Για τον J.J. Rousseau η κυριαρχία θεμελιώνεται στη βούληση και εξ αυτού του λόγου είναι αναπαλλοτρίωτη και αμεταβίβαστη (αντίθετα με την εξουσία). Έδρα της γενικής βούλησης είναι ο λαός ο οποίος είτε είναι συγκροτημένος ως λαός επειδή κατέχει ο ίδιος τη γενική βούληση είτε δεν υφίσταται ως λαός. Είναι πράξη ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του λαού, κατά τον Rousseau, να μεταβιβάζει ή να εκχωρεί τη γενική βούλησή του. Ως προς αυτό η κυριαρχία ανήκει θεμελιακά, αδιαχώριστα και αδιαμεσολάβητα στο λαό και όχι στους θεσμούς αντιπροσώπευσής του. Η κυριαρχία συνεπώς συνυφαίνεται με τη δημοκρατία και μάλιστα στην άμεση έκφρασή της. Όμοια, ως εκπορεύσεις της κυριαρχίας η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία μπορούν να διαιρούνται όχι όμως η ίδια η κυριαρχία. Απόρροια αυτών των ιδιοτήτων της κυριαρχίας είναι και το στοιχείο του αλάθητου που διαθέτει. Αν ο κυρίαρχος λαός, ως συλλογική προσωπικότητα, προσωρινά απατάται, λοξοδρομεί ή σφάλλει μακροπρόθεσμα τείνει στο σωστό, που είναι η γενική ευημερία. Η ιδέα του λαού ως τελικού εγγυητή της κυριαρχίας και της δημοκρατίας εκφράστηκε στη Γαλλική Επανάσταση και διαπνέει τα σύγχρονα δημοκρατικά συντάγματα ως τελική και απόλυτη ρήτρα μέσω της οποίας οι αρετές της κυριαρχίας και της δημοκρατίας καθίστανται συνταγματικές υποχρεώσεις του λαού.

Θάνος Κωτσόπουλος

Βοήθημα περί Κυριαρχίας

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


Η συνοπτική αναδρομή στις θεωρητικές προσεγγίσεις σημαντικών φιλοσόφων των νεότερων χρόνων πάνω στην έννοια της κυριαρχίας, μολονότι ακαδημαϊκή και κουραστική, κρίνεται αναγκαία για να φανεί το εύρος των απόψεων και, ίσως, να φανεί χρήσιμη σήμερα, σε μια στιγμή που βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να μας προβληματίζει και να συζητούμε το ζήτημα εν όψει της κρίσης χρέους της χώρας μας। Είναι χαρακτηριστικό, το οποίο ελπίζω η παρουσίαση να δείξει, ότι ήδη εκείνες τις παλιές εποχές της απόλυτης μοναρχίας, αν και η κυριαρχία προσλαμβανόταν στην πλέον απαιτητική και απόλυτη εκδοχή της, διαφαινόταν μέσα από τις θεωρητικές προσπάθειες η συνθετότητα της έννοιας. Επειδή η παρουσίαση είναι εκτενής θα αναρτηθεί κατά μέρη. Στο πρώτο αυτό μέρος θα γίνει αναφορά μέχρι τον Pufendorf. Όπως λοιπόν θα φανεί στη συνέχεια η έννοια της κυριαρχίας δεν υπήρξε ποτέ ούτε απολύτως σαφής ούτε απόλυτα συνεκτική αλλά το περιεχόμενο της καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες και σκοπιμότητες, με όλα τα οικονομικά και πολιτικά τους διακυβεύματα, μέσα στις οποίες αναπτυσσόταν η “προβληματική” της. Καθώς θα εκτίθενται, πάντα πολύ συνοπτικά, οι θεωρητικές αυτές προσεγγίσεις ο ιστορικός περίγυρος θα εκλαμβάνεται ως γνωστός και δεδομένος και συνεπώς δεν θα γίνονται συσχετίσεις. Πριν περάσουμε όμως στο κυρίως μέρος της ιστορικής παρουσίασης των ιδεών για την κυριαρχία, ας σταθούμε σε μια εισαγωγική επισήμανση. Φαίνεται αξιοπρόσεκτη και χρήσιμη σε ένα διάλογο η παρατήρηση του Stephen D. Krasner ότι η “κυριαρχία” εκδηλώθηκε με τέσσερεις διαφορετικές εκδοχές: (α) τη διεθνή, (β) τη “βεστφαλική”, (γ) την εθνική και (δ) τη διακρατική. Η “διεθνής” κυριαρχία εκδηλώνεται, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις αμοιβαίων αναγνωρίσεων. Η “βεστφαλική” κυριαρχία σημαίνει τον αποκλεισμό εξωτερικών de jure ή de facto παραγόντων από την εξουσία που ασκείται σε μια δεδομένη περιοχή. Η “εθνική” κυριαρχία αναφέρεται στην τυπική οργάνωση της κρατικής εξουσίας μέσα στην εθνική επικράτεια και των δημοσίων αρχών να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο εντός των συνόρων του κράτους. Τέλος, η “διακρατική” κυριαρχία αναφέρεται στη δυνατότητα των δημοσίων αρχών να ρυθμίζουν τις ροές των αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων, πολιτών, πληροφοριών και ιδεών που διέρχονται από τα σύνορα του κράτους. Η διεθνής και βεστφαλική εκδοχή κυριαρχίας εμπλέκονται με ζητήματα δημόσιας εξουσίας, δικαιοδοσίας και επικυρωτικών λειτουργιών και πολύ λιγότερο ελέγχου. Η εθνική κυριαρχία με ζητήματα άσκησης δημόσιας εξουσίας εντός της επικράτειας και αλλά και ελέγχου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της άσκησης αυτής. Η διακρατική κυριαρχία εκδηλώνεται αποκλειστικά μέσω διασυνοριακών ζητημάτων ελέγχου και όχι εξουσίας. Οι τέσσερεις αυτές όψεις δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Μπορεί η μια να μην υπάρχει. Μπορεί κάποια να αναιρεί ή να αποδυναμώνει την άλλη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες λειτουργούν ανταγωνιστικά απέναντι στην βεστφαλική εκδοχή κυριαρχίας. Από την άλλη σε χώρες όπως η Ταϊβάν μπορεί να έχει παρατηρηθεί βεστφαλική αλλά όχι διεθνής κυριαρχία. Οι κατατμήσεις της έννοιας της κυριαρχίας δεν πρέπει να ξενίζουν. Όλες οι παλαιότερες θεωρητικές προσπάθειες κατέφυγαν σε διακρίσεις। Γι αυτό και η αναφορά στην προϊστορία είναι διδακτική. Πρώτη συστηματική επεξεργασία της έννοιας souveraineté (αντίστοιχης της ρωμαϊκής majestas) γίνεται από τον πολιτικό φιλόσοφο του 16ου αιώνα Jean Bodin, στo έργο του Les Six livres de la République, (βιβλίο Ι, κεφ. VIII), όπου την ορίζει ως “την απόλυτη και διαρκή εξουσία την οποία διαθέτει μια πολιτεία” (la puissance absolue et perpetuelle d une République), ή, όπως την αναδιατυπώνει σε νεότερη λατινική έκδοση: “την υπέρτατη εξουσία πάνω στους πολίτες και τους υπηκόους, απεριόριστη από το νόμο” (supreme potestas in cives ac subditos, legibus solute). Τα τέσσερα στοιχεία της κυριαρχίας είναι (α) το απόλυτο, δηλαδή να είναι ανεξάρτητη από περιορισμούς ή προϋποθέσεις του θετικού δικαίου, (β) το διαρκές, να είναι τουλάχιστον ίση με το χρόνο ζωής του ενός ή περισσοτέρων φυσικών προσώπων στο οποίο απονέμεται, (γ) το αδιαίρετο, να μην μη μπορεί να διαμοιραστεί στο πλαίσιο της επικράτειας, και (δ) το αμεταβίβαστο, ούτε από αλλά ούτε και προς οιονδήποτε δεν είναι μονάρχης. Αυτά συγκροτούν το ενιαίο της νεοεμφανιζόμενης με απολυταρχική μορφή “εθνικής” κρατικής εξουσίας. Συνεπώς ο Ρωμαίος δικτάτωρ, ο Σπαρτιάτης αρμοστής, ο αισυμνήτης της Μυτιλήνης ή των Λοκρών, παρά την απεριόριστη (αν και όχι πάντα, ιδίως για τους αισυμνήτες) εξουσία που τους παρείχε ο λαός δεν αποτελούν για τον Bodin τυπικούς “κυρίαρχους” και από μόνο το γεγονός ότι η θητεία τους είχε περιορισμένη διάρκεια. Αναλυτικά παραθέτει εννέα διαφορετικά αποκλειστικά δικαιώματα του Κυρίαρχου που συναπαρτίζουν το πλαίσιο της κυριαρχίας απαριθμεί ο Bodin: της θέσπισης νόμων, της κήρυξης πολέμου, της υπογραφής ειρήνης, του καθορισμού των κυβερνητικών αξιωμάτων, της τελικής δικαιοδοσίας, της απονομής χάριτος, της πίστης και υπακοής των υπηκόων του, της κοπής νομίσματος, της επιβολής και είσπραξης φόρων και τελών. Ύπατο δικαίωμα ασφαλώς η νομοθετική του εξουσία την οποία ασκεί χωρίς τη συγκατάθεση οιουδήποτε άλλου. Το υποκείμενο της κυριαρχίας μπορεί, αναγνωρίζει ο Bodin παρά την σαφή προτίμηση του στη μοναρχία, να είναι ένα ή περισσότερα. Από αυτό το πλήθος εξαρτάται η μορφή του πολιτεύματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τον Bodin και μετά η κυριαρχία αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής έννοια, διαχωρισμένη από τον ηγεμόνα. Μοναδικοί ηθικοί, συνειδησιακοί και όχι τυπικοί περιορισμοί, όπως αναφέρθηκε, στα απόλυτα κυριαρχικά δικαιώματα του μονάρχη θεωρούνται αυτοί που εκπορεύονται από “το δίκαιο που προέρχεται από το Θεό, τη φύση, το κοινό δίκαιο των εθνών αλλά και το από την μακροχρόνια πρακτική διαμορφωμένο έθιμο” (Βιβλίο Ι, κεφ. VIII). Χαρακτηριστικό όμως του 16ου αιώνα είναι και η εμφάνιση της ιδέας της “λαϊκής” κυριαρχίας ως αντίποδα της προηγούμενης προσέγγισης, όπως εκφράστηκε από τους λεγόμενους “μοναρχομάχους”, Γάλλους ουγενότους, αντιπάλους του μοναρχικού καθεστώτος και πρωτοπόρους της θεωρίας του “κοινωνικού συμβολαίου” και του δικαιώματος αντίστασης κατά της τυραννίας. Βασικό μέλημα της αντίληψης αυτής δεν είναι τόσο να επαναπροσδιορίσει το “τι” της κυριαρχίας όσο το σε “ποιον” ανήκει. Σημαντικότερος εκπρόσωπός τους ο Johannes Althusius, με το έργο του Politica methodice digesta (1609), όπου το αυθεντικό και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της κυριαρχίας αναγνωρίζεται ως ανήκον αποκλειστικά στο λαό ενώ το κράτος είναι προϊόν συμφωνιών, αυτό που δηλώνει ο γενικός όρος “κοινωνικό συμβόλαιο”. Κυριαρχία είναι, κατά τον Althusius, “η πλέον υψηλή και γενική εξουσία διοίκησης των υποθέσεων που αφορούν γενικώς στην ασφάλεια και ευημερία των ψυχών και των σωμάτων των μελών της Πολιτείας.” “Potestas praeeminens et summa universalis disponendi de iis quae umiversaliter ad salutem curamque animae et corporis membrorum Regni seu Reipublicae pertinent.” Politica, Ch. Ix, 125. Ο Althusius αρνείται τον απόλυτο και υπέρτατο χαρακτήρα της κυριαρχίας από τη στιγμή που υπόκειται σε περιορισμούς φυσικού και εθιμικού δικαίου, δέχεται όμως τον ενιαίο και αδιαίρετο χαρακτήρα του όπως και το στοιχείο της διάρκειας (ο λαός είναι “αθάνατος”). Φυσικός τόπος της κυριαρχίας είναι ο λαός και όχι ο μονάρχης, αφού το σύνολο του λαού σε τελευταία ανάλυση την εγγυάται και είναι υπέρτερο του μέρους και οπωσδήποτε του ενός ατόμου. Αφού έδρα της κυριαρχίας είναι ο λαός και μάλιστα ο κυβερνώμενος λαός, το υπόλοιπο, η κρατική εξουσία και η κυβέρνηση χρωστούν την ύπαρξη τους σε μια ρητή ή εννοούμενη συμφωνία, ένα συμβόλαιο, οπότε οι άρχοντες είναι απλοί διαχειριστές. Αργότερα, το 1625, εμφανίζεται από τον Hugo Grotius στο De jure Belle ac Pacis μια τρίτη, ενδιάμεση και ανανεωμένη θεωρία για την κυριαρχία. Ο ορισμός που εκείνος δίνει είναι: “Κυριαρχία είναι εκείνη η εξουσία της οποίας οι πράξεις δεν υπόκεινται στον έλεγχο οιουδήποτε άλλου με τρόπο που να τις ακυρώνει άλλη πράξη οποιασδήποτε ανθρώπινης βούλησης” (Summa autem illa dicitur, cujus actus alterius juri non subsunt, ita ut alterius voluntatis human, arbitrio irriti possum reddi, B. I, ch. Iii, sec. 7). Για τον Grotius η διάρκεια δεν είναι ουσιώδες στοιχείο. Θεωρεί συνεπώς τον Ρωμαίο δικτάτορα κυρίαρχο. Επίσης, μετριάζει το στοιχείο του απολύτου. Πέρα από τους περιορισμούς του φυσικού, εθιμικού και διεθνούς δικαίου υπάρχουν και επιπρόσθετες συμφωνίες μεταξύ κυριάρχου και κυριαρχουμένων. Αλλά ούτε και με το αδιαίρετο της κυριαρχίας συμφωνεί. Τουλάχιστον ιστορικά αυτό θεωρεί ότι έχει συμβεί π.χ. με την διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό. Διακρίνει επίσης μεταξύ της εξουσίας καθεαυτής και της κατοχής της. Κι αυτό διότι αντιμετωπίζει την κυριαρχία ως ιδιοκτησία. Οπότε, διαφορετικά έχει το θέμα με την κυριότητα, την επικαρπία ή την προσωρινή κατοχή της. Εξάλλου δεν ασχολείται τόσο με το περιεχόμενο της έννοιας όσο με τον φορέα της. Η κυριαρχία εδράζεται είτε σε ένα γενικό υποκείμενο (subjectum commune) είτε σε ένα ειδικό (subjectum proprium). Με βάση αυτή τη διάκριση η πολιτεία είναι γενικό υποκείμενο κυριαρχίας ενώ η κυβέρνηση ειδικό. Συνεπώς, με βάση αυτό διαφοροποιείται από τον Althusius εφόσον η κυριαρχία μπορεί να μην μην ανήκει αποκλειστικά στο λαό. Με τον ίδιο τρόπο η κυριαρχία μπορεί να αποσπάται από το λαό και να μεταβιβάζεται στον άρχοντα έτσι ώστε στο τέλος ο λαός να έχει αποξενωθεί από την κυριαρχία του. Αντλώντας έμπνευση από το ρωμαϊκό ιδιωτικό δίκαιο επισημαίνει ότι όπως εκεί ένα άτομο δικαιούται να απαλλοτριώσει την ελευθερία του και να μεταπέσει στη δουλεία (όχι επειδή ο άνθρωπος θα θεωρηθεί εκ φύσεως δούλος αλλά επειδή θα θεωρηθεί ότι δεν είναι εκ φύσεως ένα ον που δεν μπορεί να μεταπέσει στη δουλεία!) έτσι και ένας λαός μπορεί να απαλλοτριώσει την ελευθερία του και να παραδοθεί στη δουλεία. Η κυριαρχία λοιπόν μπορεί να κατέχεται είτε με πλήρες δικαίωμα κυριότητας (jure pleno proprietas), είτε με δικαίωμα επικαρπίας (jure usufructario). Ο απόλυτος κύριος της κυριαρχίας μπορεί, κατά τον Grotius, να κάνει χρήση όλων των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του, π.χ. να πουλήσει ολόκληρο το έδαφος μαζί με το λαό του. Απ την παρουσίαση των σημαντικότερων θεωρητικών συνεισφορών στην έννοια της κυριαρχίας δεν θα μπορούσε να λείπει ο Thomas Hobbes,. Στο πασίγνωστο έργο του Leviathan (1651) η κυριαρχία αντιμετωπίζεται ως ένα δημιουργούμενο γεγονός το οποίο δεν προϋπάρχει αλλά γεννάται άμα τη συνάψει της συμφωνίας μεταξύ των ατόμων και της πράξης “ανάθεσης” στην εξουσία της διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης και ασφάλειας (από τον επίσης πολύ γνωστό χομπσιανό εφιάλτη του bellum omniun contra omnes). Τα ασύνδετα μεταξύ τους άτομα, πριν τη σύναψη της συμφωνίας είναι “υποψήφια” υποκείμενα κυριαρχίας ενώ ο κυρίαρχος βρίσκεται “εκτός” των συμβαλλόμενων μερών. Άρα δε νοείται συμφωνία μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενων. Δεν υπάρχει εκχώρηση μιας προϋπάρχουσας κυριαρχίας από κάποιον που την κατέχει, π.χ. το λαό προς τον άρχοντα διότι προ της συμφωνίας δεν αναγνωρίζεται καν η έννοια λαός, αφού αυτός επίσης υποτίθεται δημιουργείται μετά τον ορισμό του κυρίαρχου. Άπαξ όμως και συμβεί αυτό το πρωταρχικό γεγονός, που θυμίζει το συμπαντικό μπιγκ- μπανγκ, “κλειδώσει” αυτή η θεμελιώδης συμφωνία, τότε τα υποκείμενα δεν μπορούν πλέον να συνάψουν οποιαδήποτε άλλη. Ούτε όμως και ο κυρίαρχος να την παραβεί. Διαθέτει όλα τα δικαιώματα περίπου όπως τα ανέπτυξε ο Bodin τα οποία είναι αδιαχώριστα και αποκλειστικά για τον κυρίαρχο. Η γέννεση του Κυρίαρχου κατά τον Hobbes, επειδή είναι “πολύ ανθρώπινη” είναι και τόσο κοσμογονική, ώστε η “παντοδυναμία” της να υπερβαίνει ακόμα και το θεϊκό δίκαιο, για να μπορεί εξάλλου να δικαιολογηθεί και η υποταγή της Εκκλησίας στο κράτος. Η χομπσιανή κυριαρχία, απόλυτη, ενιαία, αναπαλλοτρίωτη, με το στοιχείο του απολύτου και απεριορίστου σε πολύ πιο δραστική δόση, θεμελιωμένη σε ένα εθελοντικό αλλά επτασφράγιστο και ανεπίδεκτο αναθεώρησης συμβόλαιο εμφανίστηκε την εποχή της ως το “απόλυτο όπλο” στις κοινωνικές διαμάχες της Αγγλίας του 17ου αιώνα. Καθώς ο αιώνας αυτός έβαινε προς την ολοκλήρωση του δύο νέα ονόματα, στη Γερμανία και στην Αγγλία, εμφανίζονται στο στίβο του εννοιολογικού προσδιορισμού της κυριαρχίας, ο Pufendorf και ο John Locke. Θα σταθούμε αρχικά και για να κλείσει αυτό το Πρώτο Μέρος στον πρώτο. Ο Pufendorf, με το έργο του (De Jure Naturae et Gentium, 1672) εντάσσεται στην παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, μόνο που το διαχωρίζει σε δύο φάσεις. Στην πρώτη σχηματίζεται η κοινωνία των πολιτών, ένα pactum unionis για να ακολουθήσει η δεύτερη, μεταξύ της σχηματισμένης αυτής κοινωνίας και της κυβέρνησης (pactum subjectionis). Έτσι γεννάται η μία, πραγματική και υπέρτατη εξουσία του κράτους και κανένα μέλος της κοινωνίας δεν μπορεί να μην υποταχθεί. Διακρίνει όμως ο Pudendorf μεταξύ κυριαρχικής και απόλυτης εξουσίας. (De Jure Naturae., VII, ch. 6, sec. 10). Η δεύτερη δίνει το δικαίωμα απόλυτης ελευθερίας χρήσης των δικαιωμάτων ενώ η πρώτη συμπεριλαμβάνει την παραδοχή της μη ύπαρξης άλλης ανώτερης από αυτήν εξουσίας. Ουσιώδες στοιχείο της κυριαρχίας δεν είναι το στοιχείο του απολύτου, υπό την έννοια ότι ασφαλώς της τίθενται περιορισμοί, αλλά της ύψιστης ανωτερότητάς της. Οπότε, ο Pufendorf συντάσσεται με την άποψη του Grotius ότι η πλήρης ή περιορισμένη κατοχή της κυριαρχίας διόλου δεν θίγει τον ουσιώδη πυρήνα της. Άρα θεωρεί ότι ο συνταγματικά περιορισμένος μονάρχης, σε αντίθεση με ότι θα πρέσβευε ο Hobbes, δεν είναι λιγότερο κυρίαρχος από τον απόλυτο μονάρχη.

Θάνος Κωτσόπουλος