Ήμουν από τους πρώτους που αποχώρησαν από την πρεμιέρα της «Μήδειας» κατά Ανατόλι Βασίλιεφ στην Επίδαυρο, αν και δε δηλώνω φανατικός ροντηρικός. Τριάντα λεπτά ήταν αρκετά για να υποθέσω τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Αποχώρησα κόσμια, δεν διαμαρτυρήθηκα, δε γιουχάισα. Φεύγοντας όμως, ομολογώ, δεν έκρυβα την απαισιοδοξία μου για τα αντανακλαστικά του κοινού. Πίστευα ότι οι θεατές, ιδίως οι νεώτεροι από μένα, δεν θα αντιδράσουν, ότι έχουν εθιστεί στα πάντα. Ευτυχώς διαψεύστηκα!
Μου έκαναν ωστόσο εντύπωση τα «μεθεόρτια». Ο τύπος κατέγραψε αρκετούς «επώνυμους» ενοχλημένους από τις αποδοκιμασίες του κοινού. Ευτυχώς ο Κ. Γεωργουσόπουλος, σε σχόλιό του στα «Νέα», υπεράσπισε το ιερό δικαίωμα των θεατών να αυτοπροστατεύονται. Οι περισσότεροι «καθωσπρέπει» θεώρησαν τη διαμαρτυρία «μη ορθή» συμπεριφορά. Κακώς. Διότι ο ίδιος ο Βασίλιεφ δήλωσε, αμέσως μετά, ενθουσιασμένος από τις αντιδράσεις του κοινού. Κρίμα, μόνο, που δεν εμφανίστηκε στο τέλος της παράστασης να εκφράσει τις ευχαριστίες του πρόσωπο με πρόσωπο με το έξαλλο κοινό. Αλλά και στην αντίθετη αντίδραση, δηλαδή του ενθουσιώδους χειροκροτήματος, πάλι θα ήταν ευτυχής – φαντάζομαι. Άρα, πρόκειται για έναν δημιουργό ο οποίος τελικά δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη του «αμύητου» κοινού. Στο ένθετο μάλιστα της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» υπήρχε συνέντευξη της Αγλαϊας Παππά η οποία δήλωνε περιχαρής από τη στάση του κοινού αν και εντέλει αδιάφορη για την ουσία της αφού, όπως φαίνεται, αυτή ήταν και η «γραμμή» του σκηνοθέτη: πρόκληση, πρόκληση, πρόκληση για όλους «αυτούς» (τους «άλλους», τους καθυστερημένους, ημιμαθείς και τριτοκοσμικούς νεοέλληνες της Επιδαύρου. Άρα, δεν έχει κανένα νόημα να συζητά κανείς τι έκανε ή τι έπρεπε να κάνει το κοινό.
Θέλω, λοιπόν, να σταθώ αποκλειστικά στους λόγους για τους οποίους εγώ προσωπικά επέλεξα να αποχωρίσω από την παράσταση.
Απ’ ότι φαίνεται έχει γίνει συρμός, ιδίως για νέους ηθοποιούς, να θεωρούν σκηνοθέτες όπως ο Βασίλιεφ ως πνευματικούς γκουρού. Τα εργαστήρια και τα σεμινάρια τα οποία παρακολουθούν δεν περιορίζονται σε απλή εκμάθηση τεχνικών ή άσκηση υποκριτικών μεθόδων αλλά μετατρέπονται σε «μυητικές» τελετές μετά τις οποίες οι συμμετέχοντες βγαίνουν «αναβαθμισμένοι».
Ο Βασίλιεφ, ένας ανατολικός μυστικιστής (κάτι σε στάρετς), αποκαλείται πλέον επίσημα, στο δημόσιο λόγο, «γκουρού» και είναι, θεωρώ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας τάσης που αποσκοπεί, να αποσπαστεί το αρχαίο δράμα από το φυσικό του χώρο, το δήμο και να μετατραπεί σε υπόθεση μυστικιστικής σέκτας.
Ο Βασίλιεφ, όπως κάθε πειραματιστής, αντλεί εμπνεύσεις από τις ανατολικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις (Κίνας, Ιαπωνίας, Ινδίας, Ινδονησίας), τις οποίες φαίνεται να σέβεται ιδιαίτερα. Στα εκπαιδευτικά του σεμινάρια π.χ. χρησιμοποιεί φόρμες και ασκήσεις αναπνοής και κίνησης στηριγμένες στις πολεμικές τέχνες. Πολύ ωραία όλα αυτά. Γιατί όμως δε δείχνει τον ίδιο σεβασμό και απέναντι στους κώδικες και τις φόρμες του αρχαίου ελληνικού θεάτρου; Αν ένας ηθοποιός θέλει για ατομικούς λόγους να ασκείται στο τάι- τσι, κανένα πρόβλημα. Το να ισχυριστεί όμως κάποιος ότι το τάι-τσι είναι ειδικός και ουσιώδης όρος για τη διδασκαλία του Προμηθέα το θεωρώ ακραίο.
Ο Βασίλιεφ ανήκει στην πλευρά που αναζητεί τις ρίζες του θεάτρου στον αρχαίο σαμανισμό. Η υπόθεση αυτή δεν είναι καινούργια και δε στερείται ενδιαφέροντος. Ίσως μάλιστα να αποτέλεσε ιδρυτική ιδέα και έναυσμα για τους ενδιαφέροντες και σημαντικούς πειραματισμούς του μεγάλου Στανισλάφσκι (με τον οποίο ο Βασίλιεφ συνδέεται έμμεσα: η μαθήτρια του Στανισλάφσκι Μαρία Κνέμπελ υπήρξε δασκάλα του και του μετέδωσε στοιχεία από την «ώριμη» περίοδό του). Τι σημαίνει όμως αυτό το άνοιγμα στο μυστικισμό, τη μεταφυσική, την αναζήτηση «κλιμάκων του Ιακώβ» για την αρχαία ελληνική τραγωδία; Διότι, αν το να παρακολουθεί κανείς μια αρχαία τραγωδία είναι σα να παίρνει μέρος σε μια θρησκευτική τελετή, δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμβαίνει το αντίθετο: το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι κάτι πέρα, πολύ πιο πέρα από θρησκευτική τελετή. Αν οι δυνάμεις του ουρανού και της γης, οι θετικές και αρνητικές ενέργειες, οι αόρατες σκάλες, η υπερβατικότητα και ο πουριτανισμός μπορούν (έστω!) να εκπροσωπηθούν ή να προσεγγιστούν μέσα από το κατά Βασίλιεφ υπερτονισμένο διονυσιακό στοιχείο, πού ήταν ο Απόλλωνας; Απουσίαζε, απλούστατα γιατί είναι ένας θεός ακατάληπτος για όποιον αρνείται το μεδούλι του αρχαίου ελληνικού δράματος: τον χειραφετημένο και αυτοθεσπιζόμενο άνθρωπο που είναι πριν απ’ όλα και εν τέλει πολιτικός.
Έφυγα από την παράσταση του Βασίλιεφ ενώ στα αυτιά μου ηχούσαν ακόμα οι διδασκαλίες που αντιμετώπιζαν το αρχαίο δράμα ως «μίμηση» με κατάληξη την κάθαρση όπως το ήθελε ο Αριστοτέλης. Οι μυθικοί αυτοί ήρωες, που γεννήθηκαν πριν ακόμα γεννηθεί ο δυτικός θεός, σε μια εποχή που η ανθρωπότητα αξιωνόταν τη γέννηση της δημοκρατίας μέσα στις μήτρες των αρχαίων αμφιθεάτρων δε σχετίζονται με τους κατά τα άλλα ενδιαφέροντες για το αστικό θέατρο πειραματισμούς του Στανισλάφσκι, του Βαχτάνγκοφ, του Μέγιερχολντ, του ρώσικου φουτουρισμού ή του Άκτορς Στούντιο.
Καταλήγοντας: δεν εγκατέλειψα τη Μήδεια του Βασίλιεφ ούτε για τα ρεμπέτικα (τα οποία λατρεύω) ούτε για τα υστερικά κατσικοπηδήματα του Ιάσονα ούτε για τα κιτς καροτσάκια ούτε για τη σκηνή της τρίγλωσσης αγγελικής ρήσης, ούτε για τον πρόχειρο εκλεκτικισμό της. Αν όλα αυτά είχαν παρουσιαστεί αλλού, έχοντας εκ των προτέρων εξηγήσει την πειραματική του πρόταση σε ένα κοινό ήδη ενημερωμένο για το τι πρόκειται να παρακολουθήσει δε θα είχα κανένα πρόβλημα. Γιατί όμως στην Επίδαυρο κε Λούκο; Γιατί θεωρείτε ότι σ’ ένα χώρο ύψιστης συμβολικής αξίας θα πρέπει να γίνονται πειραματισμοί στο αρχαίο δράμα; Γιατί ενοχλούμαστε όταν οι Τούρκοι οργανώνουν πολιτιστικά events στην Αγιά Σοφιά και όχι στον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου; Γιατί κε Λούκο πρέπει το Ελληνικό Φεστιβάλ να αποκλείει την πολυφωνία και να προβάλλει μόνο τον Α. Βασίλιεφ; Γιατί πρέπει να υποκρίνεται το «Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε.» ότι ενδιαφέρεται για την προβολή του ελληνικού αρχαίου δράματος; Και μια τελευταία ερώτηση: μπορείτε κ. Βασίλιεφ να παρουσιάσετε σ’ εμάς, τους νεοέλληνες, τις θεωρητικές απόψεις σας για την έννοια του τραγικού;
Θάνος Κωτσόπουλος
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η αναπαραγωγή (ολική ή μερική) του περιεχομένου της ιστοσελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και τους κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
Τρίτη 26 Αυγούστου 2008
Τρίτη 12 Αυγούστου 2008
Ο Καύκασος χωρίς Προμηθέα
Στη διάρκεια της νύχτας της 7ης Αυγούστου, λίγο πριν την εναρκτήρια τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, ο Πρόεδρος της Γεωργίας Μ. Σαακασβίλι διέτασσε μεγάλης έκτασης στρατιωτική επίθεση κατά της Τσχινβάλι, πρωτεύουσας της Νότιας Οσετίας.
Οι εναέριοι βομβαρδισμοί και οι χερσαίες επιθέσεις κατευθύνθηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος εναντίον πολιτικών στόχων (κατοικημένων περιοχών, νοσοκομείων και του πανεπιστημίου). Οι επιθέσεις οδήγησαν σε περίπου 1500 θανάτους αμάχων, σύμφωνα τόσο με ρωσικές όσο και δυτικές πηγές.
Η Γεωργία αποτελεί πλέον ένα προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, στα σύνορα της Ρωσίας και πολύ κοντά μέσα στα ανοικτά μέτωπα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Η Νότια Οσετία είναι επίσης στρατηγικό σταυροδρόμι των αγωγών πετρελαίου και αερίου.
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι Γεωργία δεν ενεργεί στρατιωτικά χωρίς τη συγκατάθεση της Ουάσιγκτον. Ο αρχηγός του γεωργιανού κράτους είναι όργανο των Αμερικανών και η Γεωργία αποτελεί αμερικανικό προτεκτοράτο.
Είναι λοιπόν φανερό ότι οι επιθέσεις συντονίστηκαν προσεκτικά από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Μόσχα έχει κατηγορήσει το ΝΑΤΟ για «την ενθάρρυνση της Γεωργίας και έχει στείλει σαφείς προειδοποιήσεις μηδενικής ανοχής για περαιτέρω νατοϊκές παρεμβάσεις.
Με βάση ένα προγενέστερο σχέδιο επίθεσης πρώτος στόχος θα ήταν η Αμπχαζία αλλά στη συνέχεια η Ν. Οσετία θεωρήθηκε πιο εύκολη περίπτωση.
Η Μόσχα φυσικά περίμενε την επίθεση αυτή και γι αυτό πραγματοποίησε την αντεπίθεση ακαριαία.
Ρώσοι αλεξιπτωτιστές στάλθηκαν από αερομεταφερόμενα τμήματα του Ιβάνοβο, της Μόσχας και του Πσκοβ ενώ ακολούθησαν τανκς, θωρακισμένα οχήματα και αρκετές χιλιάδες πεζά τμήματα. Τα χτυπήματα από αέρα στόχευαν κυρίως σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο έδαφος της Γεωργίας συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βάσης Γκόρι.
Το εύλογο ερώτημα όλων είναι αν αυτή η γεωργιανή επίθεση αποτελεί προβοκάτσια κατά της Ρωσίας, να την εμπλέξει δηλαδή σ’ ένα πόλεμο από τον οποίο το ΝΑΤΟ θεωρεί ότι θα βγει κερδισμένο. Ποιοι ήταν οι λόγοι για να ξαναγυρίσουν οι αμερικανορωσικές σχέσεις στην εποχή της κουβανικής κρίσης του 1962.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η στρατιωτική παρουσία της Γεωργίας στο Ιράκ είναι η τρίτη δκατά σειρά, μετά την αμερικανική και τη βρετανική. Τώρα τα στρατεύματα αυτά επιστρέφουν, με βάση αμερικανικούς σχεδιασμούς, για να χρησιμοποιηθούν σε αναμετρήσεις με τη Ρωσία.
Πρόκειται λοιπόν για την πρώτη πράξη ενός ευρύτερου πολέμου στην κεντρική Ασία, ο οποίος σχεδιάζεται από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ αλλά και το Ισραήλ, το οποίο απέστειλε έναν αριθμό από στρατιωτικούς συμβούλους του και πολεμικό υλικό στην επίθεση της 7ης-8ης Αυγούστου. Το Ισραήλ αποτελεί στρατηγικό εταίρο στην εκμετάλλευση του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας-Σεϊχάν. Το 20% του πετρελαίου του προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν και περνά μέσα από αυτόν τον αγωγό αλλά πέρα από αυτό φιλοδοξεί να παίξει ρόλο στην επανεξαγωγή του καυκασιανού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές.
Πάντως τα ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη έκαναν επιθέσεις στο εργοστάσιο πολεμικών αεροσκαφών στα περίχωρα της Τιφλίδας. Η βάση Γκόρι χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδυση των γεωργιανών που στάλθηκαν με αμερικανική εντολή στο πολεμικό θέατρο του Ιράκ.
Η όλη δραματική στρατιωτική επίθεση της Γεωργίας στη Νότια Οσετία στις τελευταίες ημέρες έχει φέρει τον κόσμο ένα βήμα πιό κοντά στη φρίκη του όχι τόσο ενός ψυχρού πολέμου όσο ενός πυρηνικού πολέμου.
Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης – και πολλά άλλα – παρουσιάζουν τη Μόσχα ως την «επιτιθέμενη» πλευρά.
Ήδη έχει διατυπωθεί η «αφελής» άποψη ότι ο Μπους και ο Τσένι διέταξαν το όργανό τους στη Γεωργία Πρόεδρο Μ. Σαακασβίλι με σκοπό να υποχρεώσουν τον επόμενο αμερικανό πρόεδρο να συνεχίσει το δόγμα Μπους.
Η Ουάσιγκτον διευρύνει συστηματικά το ΝΑΤΟ με βάση τα ιμπεριαλιστικά σχέδιά της, δημιουργώντας ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων από Κόσοβο έως την Πολωνία, την Τουρκία το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Το 1999, τα πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας Ουγγαρία, Πολωνία και η Τσεχία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Ακολούθησαν η Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, ακολουθούμενες και η Σλοβακία. Τώρα η Ουάσιγκτον ασκεί ασφυκτική πίεση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν στο ΝΑΤΟ, ειδικά τη Γερμανία και τη Γαλλία, για την είσοδο της Γεωργίας και της Ουκρανίας.
Για τη σύγκρουση μεταξύ Γεωργίας, Νότιας Οσετίας και Αμπχαζίας μπορούν να σημειωθούν κατ’ αρχήν τα εξής: Η Νότια Οσετία, που ως το 1990 αποτελούσε μια αυτόνομη περιοχή της σοβιετικής δημοκρατίας της Γεωργίας, επιδίωξε να ενωθεί με το ομοεθνές τους κράτος της Βόρειας Οσετίας, μια αυτόνομη δημοκρατία της τότε ΕΣΣΔ και τώρα της Ρωσίας. Οι Οσέτιοι αισθάνονταν ανασφαλείς από τον γεωργιανό εθνικισμό ήδη από την εποχή του Ζβιαντ Γκαμσαχουρδία. Μετά την επικράτηση – με αμερικανική υποστήριξη – του Σαακασβίλι στη λεγόμενη «ρόδινη» επανάσταση οι φόβοι για αναζωπύρωση του εθνικισμού ενισχύθηκαν.
Τόσο η Αμπχαζία (χώρα-θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας) όσο και η Νότια Οσετία επιδίωξαν, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ να αποσχιστούν από τη Γεωργία (η πρώτη το 1992-94 η δεύτερη το 1991). Το Δεκέμβριο του 1990 (επί Γκαμσαχουρδία) η Γεωργία έστειλε τα στρατεύματα στη Νότια Οσετία δηλώνοντας την κυριαρχία της στην περιοχή. Η κίνηση αυτή της Γεωργίας αποτράπηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Κατόπιν η Γεωργία δήλωσε την κατάργηση της αυτονομίας της Νότιας Οσετίας και της ενσωμάτωσής της στη Γεωργία.
Μέχρι τα τέλη του 2005, η Γεωργία υπέγραψε συμφωνία ότι δεν θα χρησιμοποιούσε στρατιωτική δύναμη, ενώ οι Αμπζάζιοι θα επέτρεπαν τη βαθμιαία επιστροφή 200.000 Γεωργιανών. Αλλά η συμφωνία κατέρρευσε στις αρχές του 2006, όταν ο Σαακασβίλι έστειλε στρατεύματα για την ανακατάληψη της κοιλάδας Κοντόρι στην Αμπχαζία. Από τότε ο σαακασβίλι έχει κλιμακώσει τις προετοιμασίες του για στρατιωτική δράση.
Η Ρωσία είναι φυσικά απρόθυμη να δει τη Γεωργία προσχωρεί στο ΝΑΤΟ. Οι Οσέτιοι είναι οι παλαιότεροι σύμμαχοι της Ρωσίας και έχουν ενισχύσει τα ρωσικά στρατεύματα σε πολλούς πολέμους. Η Ρωσία επίσης δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την Αμπχαζία.
Σε δημοψήφισμα του Νοεμβρίου του 2006, η συντριπτική πλειοωηφία των Οσ’ετιων ψήφισε για την ανεξαρτησία τους από τη Γεωργία, κρατώντας οι περισσότεροι τα ρωσικά τους διαβατήρια. Αυτό επέτρεψε στον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ να δικαιολογήσει την αντεπίθεση των ρώσων στρατιωτών στη Γεωργία ως προσπάθεια «να προστατευθούν οι ζωές και η αξιοπρέπεια των ρώσων πολιτών, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.»
Για τη Ρωσία (όχι μόνο τώρα αλλά από την εποχή των τσάρων) η Οσετία είναι μια σημαντική στρατηγική βάση κοντά στα τουρκικά και ιρανικά σύνορα. Η Γεωργία είναι επίσης σημαντική χώρα διέλευσης για το πετρέλαιο που αντλείται από την Κασπία και φτάνει μέσω του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας στον τουρκικό λιμένα Σεϊχάν.
Για τους Γεωργιανούς τόσο η Νότια Οσετία και η Αμπχαζία θεωρούνται απλά τμήματα του εθνικού τους εδάφους. Οι υποσχέσεις από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ για την ένταξη της Γεωργίας στη συμμαχία, και οι επιδεικτικές δηλώσεις υποστήριξης από την Ουάσιγκτον, έχουν ενθαρρύνει τον Σαακασβίλι και τις στρατιωτικές επιθέσεις του ενάντια στη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία. Τόσο όμως αυτός όσο και οι αμερικανοί υποστηρικτές του φαίνεται πως έκαναν μια λάθος κίνηση. Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραμείνει αδρανής.
Η Ρωσία είναι μεν ασθενέστερη από την αμερικανονατοϊκή συμμαχία αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα φιλόδοξο ιμπεριαλιστή παίκτη στον έλεγχο του πλούτου του Καυκάσου και παραμένει ένας μεγάλος αντίπαλος. Αλλά οι μικρές χώρες πρέπει να εκμεταλλεύονται αυτές τις αντιθέσεις. Καθώς η Ρωσία αναπολεί τα χαμένα μεγαλεία της ΕΣΣΔ είναι βέβαια ευάλωτη σε σπασμωδικές κινήσεις, παρέχοντας έτσι μια μεγάλη ευκαιρία για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Μέχρι στιγμής πάντως κατέκτησε μια σημαντική διπλωματική αλλά και επικοινωνιακή νίκη. Δυστυχώς, το ενδεχόμενο μιας μυστικής αμερικανορωσικής συμφωνίας δεν είναι εντελώς απίθανο, κάτι δυσοίωνο για τους λαούς της εγγύς και μέσης Ασίας.
Θάνος Κωτσόπουλος
Οι εναέριοι βομβαρδισμοί και οι χερσαίες επιθέσεις κατευθύνθηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος εναντίον πολιτικών στόχων (κατοικημένων περιοχών, νοσοκομείων και του πανεπιστημίου). Οι επιθέσεις οδήγησαν σε περίπου 1500 θανάτους αμάχων, σύμφωνα τόσο με ρωσικές όσο και δυτικές πηγές.
Η Γεωργία αποτελεί πλέον ένα προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, στα σύνορα της Ρωσίας και πολύ κοντά μέσα στα ανοικτά μέτωπα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Η Νότια Οσετία είναι επίσης στρατηγικό σταυροδρόμι των αγωγών πετρελαίου και αερίου.
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι Γεωργία δεν ενεργεί στρατιωτικά χωρίς τη συγκατάθεση της Ουάσιγκτον. Ο αρχηγός του γεωργιανού κράτους είναι όργανο των Αμερικανών και η Γεωργία αποτελεί αμερικανικό προτεκτοράτο.
Είναι λοιπόν φανερό ότι οι επιθέσεις συντονίστηκαν προσεκτικά από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Μόσχα έχει κατηγορήσει το ΝΑΤΟ για «την ενθάρρυνση της Γεωργίας και έχει στείλει σαφείς προειδοποιήσεις μηδενικής ανοχής για περαιτέρω νατοϊκές παρεμβάσεις.
Με βάση ένα προγενέστερο σχέδιο επίθεσης πρώτος στόχος θα ήταν η Αμπχαζία αλλά στη συνέχεια η Ν. Οσετία θεωρήθηκε πιο εύκολη περίπτωση.
Η Μόσχα φυσικά περίμενε την επίθεση αυτή και γι αυτό πραγματοποίησε την αντεπίθεση ακαριαία.
Ρώσοι αλεξιπτωτιστές στάλθηκαν από αερομεταφερόμενα τμήματα του Ιβάνοβο, της Μόσχας και του Πσκοβ ενώ ακολούθησαν τανκς, θωρακισμένα οχήματα και αρκετές χιλιάδες πεζά τμήματα. Τα χτυπήματα από αέρα στόχευαν κυρίως σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο έδαφος της Γεωργίας συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βάσης Γκόρι.
Το εύλογο ερώτημα όλων είναι αν αυτή η γεωργιανή επίθεση αποτελεί προβοκάτσια κατά της Ρωσίας, να την εμπλέξει δηλαδή σ’ ένα πόλεμο από τον οποίο το ΝΑΤΟ θεωρεί ότι θα βγει κερδισμένο. Ποιοι ήταν οι λόγοι για να ξαναγυρίσουν οι αμερικανορωσικές σχέσεις στην εποχή της κουβανικής κρίσης του 1962.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η στρατιωτική παρουσία της Γεωργίας στο Ιράκ είναι η τρίτη δκατά σειρά, μετά την αμερικανική και τη βρετανική. Τώρα τα στρατεύματα αυτά επιστρέφουν, με βάση αμερικανικούς σχεδιασμούς, για να χρησιμοποιηθούν σε αναμετρήσεις με τη Ρωσία.
Πρόκειται λοιπόν για την πρώτη πράξη ενός ευρύτερου πολέμου στην κεντρική Ασία, ο οποίος σχεδιάζεται από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ αλλά και το Ισραήλ, το οποίο απέστειλε έναν αριθμό από στρατιωτικούς συμβούλους του και πολεμικό υλικό στην επίθεση της 7ης-8ης Αυγούστου. Το Ισραήλ αποτελεί στρατηγικό εταίρο στην εκμετάλλευση του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας-Σεϊχάν. Το 20% του πετρελαίου του προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν και περνά μέσα από αυτόν τον αγωγό αλλά πέρα από αυτό φιλοδοξεί να παίξει ρόλο στην επανεξαγωγή του καυκασιανού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές.
Πάντως τα ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη έκαναν επιθέσεις στο εργοστάσιο πολεμικών αεροσκαφών στα περίχωρα της Τιφλίδας. Η βάση Γκόρι χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδυση των γεωργιανών που στάλθηκαν με αμερικανική εντολή στο πολεμικό θέατρο του Ιράκ.
Η όλη δραματική στρατιωτική επίθεση της Γεωργίας στη Νότια Οσετία στις τελευταίες ημέρες έχει φέρει τον κόσμο ένα βήμα πιό κοντά στη φρίκη του όχι τόσο ενός ψυχρού πολέμου όσο ενός πυρηνικού πολέμου.
Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης – και πολλά άλλα – παρουσιάζουν τη Μόσχα ως την «επιτιθέμενη» πλευρά.
Ήδη έχει διατυπωθεί η «αφελής» άποψη ότι ο Μπους και ο Τσένι διέταξαν το όργανό τους στη Γεωργία Πρόεδρο Μ. Σαακασβίλι με σκοπό να υποχρεώσουν τον επόμενο αμερικανό πρόεδρο να συνεχίσει το δόγμα Μπους.
Η Ουάσιγκτον διευρύνει συστηματικά το ΝΑΤΟ με βάση τα ιμπεριαλιστικά σχέδιά της, δημιουργώντας ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων από Κόσοβο έως την Πολωνία, την Τουρκία το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Το 1999, τα πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας Ουγγαρία, Πολωνία και η Τσεχία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Ακολούθησαν η Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, ακολουθούμενες και η Σλοβακία. Τώρα η Ουάσιγκτον ασκεί ασφυκτική πίεση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν στο ΝΑΤΟ, ειδικά τη Γερμανία και τη Γαλλία, για την είσοδο της Γεωργίας και της Ουκρανίας.
Για τη σύγκρουση μεταξύ Γεωργίας, Νότιας Οσετίας και Αμπχαζίας μπορούν να σημειωθούν κατ’ αρχήν τα εξής: Η Νότια Οσετία, που ως το 1990 αποτελούσε μια αυτόνομη περιοχή της σοβιετικής δημοκρατίας της Γεωργίας, επιδίωξε να ενωθεί με το ομοεθνές τους κράτος της Βόρειας Οσετίας, μια αυτόνομη δημοκρατία της τότε ΕΣΣΔ και τώρα της Ρωσίας. Οι Οσέτιοι αισθάνονταν ανασφαλείς από τον γεωργιανό εθνικισμό ήδη από την εποχή του Ζβιαντ Γκαμσαχουρδία. Μετά την επικράτηση – με αμερικανική υποστήριξη – του Σαακασβίλι στη λεγόμενη «ρόδινη» επανάσταση οι φόβοι για αναζωπύρωση του εθνικισμού ενισχύθηκαν.
Τόσο η Αμπχαζία (χώρα-θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας) όσο και η Νότια Οσετία επιδίωξαν, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ να αποσχιστούν από τη Γεωργία (η πρώτη το 1992-94 η δεύτερη το 1991). Το Δεκέμβριο του 1990 (επί Γκαμσαχουρδία) η Γεωργία έστειλε τα στρατεύματα στη Νότια Οσετία δηλώνοντας την κυριαρχία της στην περιοχή. Η κίνηση αυτή της Γεωργίας αποτράπηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Κατόπιν η Γεωργία δήλωσε την κατάργηση της αυτονομίας της Νότιας Οσετίας και της ενσωμάτωσής της στη Γεωργία.
Μέχρι τα τέλη του 2005, η Γεωργία υπέγραψε συμφωνία ότι δεν θα χρησιμοποιούσε στρατιωτική δύναμη, ενώ οι Αμπζάζιοι θα επέτρεπαν τη βαθμιαία επιστροφή 200.000 Γεωργιανών. Αλλά η συμφωνία κατέρρευσε στις αρχές του 2006, όταν ο Σαακασβίλι έστειλε στρατεύματα για την ανακατάληψη της κοιλάδας Κοντόρι στην Αμπχαζία. Από τότε ο σαακασβίλι έχει κλιμακώσει τις προετοιμασίες του για στρατιωτική δράση.
Η Ρωσία είναι φυσικά απρόθυμη να δει τη Γεωργία προσχωρεί στο ΝΑΤΟ. Οι Οσέτιοι είναι οι παλαιότεροι σύμμαχοι της Ρωσίας και έχουν ενισχύσει τα ρωσικά στρατεύματα σε πολλούς πολέμους. Η Ρωσία επίσης δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την Αμπχαζία.
Σε δημοψήφισμα του Νοεμβρίου του 2006, η συντριπτική πλειοωηφία των Οσ’ετιων ψήφισε για την ανεξαρτησία τους από τη Γεωργία, κρατώντας οι περισσότεροι τα ρωσικά τους διαβατήρια. Αυτό επέτρεψε στον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ να δικαιολογήσει την αντεπίθεση των ρώσων στρατιωτών στη Γεωργία ως προσπάθεια «να προστατευθούν οι ζωές και η αξιοπρέπεια των ρώσων πολιτών, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.»
Για τη Ρωσία (όχι μόνο τώρα αλλά από την εποχή των τσάρων) η Οσετία είναι μια σημαντική στρατηγική βάση κοντά στα τουρκικά και ιρανικά σύνορα. Η Γεωργία είναι επίσης σημαντική χώρα διέλευσης για το πετρέλαιο που αντλείται από την Κασπία και φτάνει μέσω του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας στον τουρκικό λιμένα Σεϊχάν.
Για τους Γεωργιανούς τόσο η Νότια Οσετία και η Αμπχαζία θεωρούνται απλά τμήματα του εθνικού τους εδάφους. Οι υποσχέσεις από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ για την ένταξη της Γεωργίας στη συμμαχία, και οι επιδεικτικές δηλώσεις υποστήριξης από την Ουάσιγκτον, έχουν ενθαρρύνει τον Σαακασβίλι και τις στρατιωτικές επιθέσεις του ενάντια στη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία. Τόσο όμως αυτός όσο και οι αμερικανοί υποστηρικτές του φαίνεται πως έκαναν μια λάθος κίνηση. Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραμείνει αδρανής.
Η Ρωσία είναι μεν ασθενέστερη από την αμερικανονατοϊκή συμμαχία αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα φιλόδοξο ιμπεριαλιστή παίκτη στον έλεγχο του πλούτου του Καυκάσου και παραμένει ένας μεγάλος αντίπαλος. Αλλά οι μικρές χώρες πρέπει να εκμεταλλεύονται αυτές τις αντιθέσεις. Καθώς η Ρωσία αναπολεί τα χαμένα μεγαλεία της ΕΣΣΔ είναι βέβαια ευάλωτη σε σπασμωδικές κινήσεις, παρέχοντας έτσι μια μεγάλη ευκαιρία για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Μέχρι στιγμής πάντως κατέκτησε μια σημαντική διπλωματική αλλά και επικοινωνιακή νίκη. Δυστυχώς, το ενδεχόμενο μιας μυστικής αμερικανορωσικής συμφωνίας δεν είναι εντελώς απίθανο, κάτι δυσοίωνο για τους λαούς της εγγύς και μέσης Ασίας.
Θάνος Κωτσόπουλος
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008
ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΤΟΠΟΙ - ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ
Είμαι απόμακρος –αλλά όχι αρνησίπολις. Κι ας αρχίσουμε μ’ ένα λογαριασμό που εδώ, μ’ ένα τρόπο, ίσως όχι τόσο συνειδητό, θα γίνει ή δε θα γίνει. Να το πούμε, πως υπήρξε κι ένα «άλλο» κομμάτι της γενιάς του Πολυτεχνείου. Εκείνο που αρνήθηκε την ενσωμάτωσή του στην εξουσία, εκείνο που από γενιά της δράσης προτίμησε, από τη δεκαετία του ’80, να γίνει η αγέρωχη απουσία και τελικά η άγρυπνη σιωπή. Τώρα, βέβαια, λέμε, και σωστά, να συνομιλήσουμε, όμως, ας μη μας διαφύγει, ότι μπορεί να μην είμαστε απαλλαγμένοι από κάποιο δόλο. Ας αναγνωρίσουμε, λοιπόν τουλάχιστον, αυτό που έλεγε ο Ντεμπρέ, ότι οι αληθινά εξεγερμένοι περνούν από τον ίσκιο στην υστεροφημία.
Μακάρι να ήρθατε σήμερα εδώ όλοι με το ιδιο κίνητρο των 12 που υπογράψαμε την πρωτοβουλία: να ειδωθούμε, να μοιραστούμε σκέψεις, να αποκτήσουμε μια χαλαρή επαφή. Μια σύναξη χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς «ιεραρχία», χωρίς «ειδική ιεροσύνη». Μια σύναξη αμεσότητας, με πολλές και αδιευκρίνιστες ακόμη προοπτικές, αν υπάρξουν τέτοιες.
Δε θα ’θελα να αναμασήσουμε πράγματα παλιά. Εδώ και καιρό οι αρχαίες γενεαλογίες χαλάστηκαν, αν και με τα φαντάσματα καλύτερα μη στοιχηματίζεις. Να βάζαμε μόνο μερικά πρώτα ερωτήματα: πού το συνέρχεσθαι και βουλεύεσθαι, πώς το συμπαρείναι, ποια η συνεκδοχή μας. Όσον αφορά εμένα, ήρθα εδώ επειδή μου λείπει ο δημόσιος τόπος, εκεί που πάει κάθε πολίτης και επικοινωνεί, διαβουλεύεται, αποφασίζει. Ο τόπος που ακούς: «πες μου, εσύ, τι πιστεύεις, πες μου ποιος είσαι». Ας πούμε, λοιπόν, ότι ζητώ το λόγο για κάτι που λείπει για ένα έλλειμμα που μετράνε ήδη οι δημοσκόποι και οι πελάτες τους. Για κάτι που βασανίζει τόσο τους ανένταχτους όσο και τους οργανωμένους σε κόμματα.
Αν εξαιρέσει κανείς τα κέντρα του συστήματος, ο υπόλοιπος κόσμος που μοχθεί ή αργεί, στις άκρες της ζωής, έχει την ίδια αίσθηση ότι κάτι πρέπει να γίνει.
Τα αρχηγικά ή γραφειοκρατικά κόμματα παράγουν ή επιτείνουν αυτό το έλλειμμα. Αποφεύγουν την εσωτερική δημοκρατία και τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις. Φυσικά, τα κόμματα είναι θεσμοί, συγκεφαλαιώνουν το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ύλης και είναι ανόητος όποιος τα αγνοεί. Αποδέχομαι κριτικά ορισμένες πολιτικές θέσεις και δράσεις κομμάτων ή οργανώσεων και θέλω ανοιχτές, ελεύθερες σχέσεις διαβούλευσης και σύμπραξης μαζί τους, ιδίως όπου χρειάζεται ενότητα.
Υπάρχει όμως ένα μεγάλο πολιτικό μέγεθος, στην ουσία ένας λαός, χωρίς εκπροσώπηση, μακροχρόνια αποκλεισμένος πολιτικά, λεία μιας κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Πολιτική λύση για το κόσμο αυτόν, που αποκαλώ alter populus, που είναι εκτός της λεόντειας διανομής και δεν τον αφορά το μεγαλοκομματικό παιχνίδι, δεν έχει προταθεί ούτε από κόμματα ούτε από κανέναν άλλο και ούτε είναι εύκολη μια όποια λύση. Σ’ αυτή την κατάσταση της αβεβαιότητας πρέπει να υπάρξει εμπιστοσύνη στην Αυτοοργάνωση, στη διεκδίκηση της Συμμετοχής και στην απαίτηση για Άμεση Δημοκρατία.
Σήμερα ξεκινάμε αφήνοντας «κατ’ οικονομίαν» έξω απ’ την κουβέντα «επίμαχα» πολιτικά ζητήματα, της τρέχουσας προστριβής. Όχι για να τα συγκαλύψουμε. Όλοι ξέρουμε σε τι θηριώδη φάση βρίσκεται ο καπιταλισμός, βλέπουμε τη μεγάλη κρίση του. Οι αντιθέσεις δεν έχουν αλλάξει, είναι ριζικές, ταξικές και μ’ αυτές θα αναμετρηθεί αναγκαστικά κάθε επίδοξος Αναμορφωτής. Στις παρούσες συνθήκες τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Η απόκλιση από τις εγκατεστημένες νόρμες των διεθνών συσχετισμών και του κοινωνικού κομφορμισμού πρέπει να πατήσει όχι μόνο σε αγανάκτηση αλλά και σε τεκμηρίωση. Αυτό που τώρα περνάει απ’ το χέρι μας είναι η επίταση του δημόσιου διαλόγου και προτείνω έναν άξονα: Ποιο είναι το όριο της ανοχής γι αυτό που αποφασίζεται ερήμην των πολιτών, ποιο είναι το όριο αξιοπρέπειας για την εθνική αυτεξουσιότητα και την εικόνα του ανθρώπου; Ποιο είναι το όριο για μια μεταρρύθμιση με ανατροπές; Ποιο είναι το Αδιαπραγμάτευτο; Τι κόστος είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε και που μπορούν να γίνουν συμβιβασμοί.
Tο χρειαζούμενο εύρος της συμπόρευσης για ένα ανασήκωμα του τόπου δεν καταφέρνω να το ορίσω με κομματικούς όρους. Μπορώ μόνο, για συντομία, να ονομάσω 2 πρόσωπα στα οποία καταφεύγω και που, παρά τη μεγάλη τους διαφορά, περιγράφουν για μένα, συμβολικά, την αινιγματική σύμπτωση της επιθυμίας για το εθνικό και το πανανθρώπινο: το Γιώργο Σεφέρη και τον άγνωστο κομμουνιστή στρατιώτη απ’ το Φραντάτο της Ικαρίας, Γιάννη Σαλά ...
Παρέμεινα πάνω από 25 χρόνια στην κατάσταση του «απόντα». Αναμετρήθηκα με εμπόδια φιλαρέσκειας, μνησικακίας και εγκλεισμού στο εγωκεντρικό cogito του «αταξινόμητου». Αλλά και, ως ρέκτης ανένταχτος έχασα, μακριά από τη συλλογικότητα, τη διαφορά μου από τον άνθρωπο του ντοστογιεφσκικού Υπογείου. Με καίει λοιπόν ο πόθος της πόλης. Γι αυτό είμαι εδώ, γιατί έχω ανάγκη τα πρόσωπα: φίλους, συνομιλητές, όμοιους και διαφορετικούς. Μακριά από βιογραφικά και βαθμοφόρους. Το πιο τίμιο, έλεγε ο Καβάφης, είναι η μορφή.
Φορές, έχω κάτσει στο παγκάκι αφηρημένος και σκεφτικός. Η όψη του κόσμου δεν είναι καλή. Ξέρω ότι «Μεγάλα Πράγματα» δε θα έρθουν σύντομα. Όταν όμως δεν απομένει παρά μόνο αυτό που υπάρχει βλέπει κανείς καθαρότερα το μέτρο του και το χρέος του.
Θάνος Κωτσόπουλος
Μακάρι να ήρθατε σήμερα εδώ όλοι με το ιδιο κίνητρο των 12 που υπογράψαμε την πρωτοβουλία: να ειδωθούμε, να μοιραστούμε σκέψεις, να αποκτήσουμε μια χαλαρή επαφή. Μια σύναξη χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς «ιεραρχία», χωρίς «ειδική ιεροσύνη». Μια σύναξη αμεσότητας, με πολλές και αδιευκρίνιστες ακόμη προοπτικές, αν υπάρξουν τέτοιες.
Δε θα ’θελα να αναμασήσουμε πράγματα παλιά. Εδώ και καιρό οι αρχαίες γενεαλογίες χαλάστηκαν, αν και με τα φαντάσματα καλύτερα μη στοιχηματίζεις. Να βάζαμε μόνο μερικά πρώτα ερωτήματα: πού το συνέρχεσθαι και βουλεύεσθαι, πώς το συμπαρείναι, ποια η συνεκδοχή μας. Όσον αφορά εμένα, ήρθα εδώ επειδή μου λείπει ο δημόσιος τόπος, εκεί που πάει κάθε πολίτης και επικοινωνεί, διαβουλεύεται, αποφασίζει. Ο τόπος που ακούς: «πες μου, εσύ, τι πιστεύεις, πες μου ποιος είσαι». Ας πούμε, λοιπόν, ότι ζητώ το λόγο για κάτι που λείπει για ένα έλλειμμα που μετράνε ήδη οι δημοσκόποι και οι πελάτες τους. Για κάτι που βασανίζει τόσο τους ανένταχτους όσο και τους οργανωμένους σε κόμματα.
Αν εξαιρέσει κανείς τα κέντρα του συστήματος, ο υπόλοιπος κόσμος που μοχθεί ή αργεί, στις άκρες της ζωής, έχει την ίδια αίσθηση ότι κάτι πρέπει να γίνει.
Τα αρχηγικά ή γραφειοκρατικά κόμματα παράγουν ή επιτείνουν αυτό το έλλειμμα. Αποφεύγουν την εσωτερική δημοκρατία και τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις. Φυσικά, τα κόμματα είναι θεσμοί, συγκεφαλαιώνουν το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ύλης και είναι ανόητος όποιος τα αγνοεί. Αποδέχομαι κριτικά ορισμένες πολιτικές θέσεις και δράσεις κομμάτων ή οργανώσεων και θέλω ανοιχτές, ελεύθερες σχέσεις διαβούλευσης και σύμπραξης μαζί τους, ιδίως όπου χρειάζεται ενότητα.
Υπάρχει όμως ένα μεγάλο πολιτικό μέγεθος, στην ουσία ένας λαός, χωρίς εκπροσώπηση, μακροχρόνια αποκλεισμένος πολιτικά, λεία μιας κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Πολιτική λύση για το κόσμο αυτόν, που αποκαλώ alter populus, που είναι εκτός της λεόντειας διανομής και δεν τον αφορά το μεγαλοκομματικό παιχνίδι, δεν έχει προταθεί ούτε από κόμματα ούτε από κανέναν άλλο και ούτε είναι εύκολη μια όποια λύση. Σ’ αυτή την κατάσταση της αβεβαιότητας πρέπει να υπάρξει εμπιστοσύνη στην Αυτοοργάνωση, στη διεκδίκηση της Συμμετοχής και στην απαίτηση για Άμεση Δημοκρατία.
Σήμερα ξεκινάμε αφήνοντας «κατ’ οικονομίαν» έξω απ’ την κουβέντα «επίμαχα» πολιτικά ζητήματα, της τρέχουσας προστριβής. Όχι για να τα συγκαλύψουμε. Όλοι ξέρουμε σε τι θηριώδη φάση βρίσκεται ο καπιταλισμός, βλέπουμε τη μεγάλη κρίση του. Οι αντιθέσεις δεν έχουν αλλάξει, είναι ριζικές, ταξικές και μ’ αυτές θα αναμετρηθεί αναγκαστικά κάθε επίδοξος Αναμορφωτής. Στις παρούσες συνθήκες τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Η απόκλιση από τις εγκατεστημένες νόρμες των διεθνών συσχετισμών και του κοινωνικού κομφορμισμού πρέπει να πατήσει όχι μόνο σε αγανάκτηση αλλά και σε τεκμηρίωση. Αυτό που τώρα περνάει απ’ το χέρι μας είναι η επίταση του δημόσιου διαλόγου και προτείνω έναν άξονα: Ποιο είναι το όριο της ανοχής γι αυτό που αποφασίζεται ερήμην των πολιτών, ποιο είναι το όριο αξιοπρέπειας για την εθνική αυτεξουσιότητα και την εικόνα του ανθρώπου; Ποιο είναι το όριο για μια μεταρρύθμιση με ανατροπές; Ποιο είναι το Αδιαπραγμάτευτο; Τι κόστος είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε και που μπορούν να γίνουν συμβιβασμοί.
Tο χρειαζούμενο εύρος της συμπόρευσης για ένα ανασήκωμα του τόπου δεν καταφέρνω να το ορίσω με κομματικούς όρους. Μπορώ μόνο, για συντομία, να ονομάσω 2 πρόσωπα στα οποία καταφεύγω και που, παρά τη μεγάλη τους διαφορά, περιγράφουν για μένα, συμβολικά, την αινιγματική σύμπτωση της επιθυμίας για το εθνικό και το πανανθρώπινο: το Γιώργο Σεφέρη και τον άγνωστο κομμουνιστή στρατιώτη απ’ το Φραντάτο της Ικαρίας, Γιάννη Σαλά ...
Παρέμεινα πάνω από 25 χρόνια στην κατάσταση του «απόντα». Αναμετρήθηκα με εμπόδια φιλαρέσκειας, μνησικακίας και εγκλεισμού στο εγωκεντρικό cogito του «αταξινόμητου». Αλλά και, ως ρέκτης ανένταχτος έχασα, μακριά από τη συλλογικότητα, τη διαφορά μου από τον άνθρωπο του ντοστογιεφσκικού Υπογείου. Με καίει λοιπόν ο πόθος της πόλης. Γι αυτό είμαι εδώ, γιατί έχω ανάγκη τα πρόσωπα: φίλους, συνομιλητές, όμοιους και διαφορετικούς. Μακριά από βιογραφικά και βαθμοφόρους. Το πιο τίμιο, έλεγε ο Καβάφης, είναι η μορφή.
Φορές, έχω κάτσει στο παγκάκι αφηρημένος και σκεφτικός. Η όψη του κόσμου δεν είναι καλή. Ξέρω ότι «Μεγάλα Πράγματα» δε θα έρθουν σύντομα. Όταν όμως δεν απομένει παρά μόνο αυτό που υπάρχει βλέπει κανείς καθαρότερα το μέτρο του και το χρέος του.
Θάνος Κωτσόπουλος
Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008
Σχόλιο Ζίζεκ για Κίνα και Θιβέτ
Στο ιδιαίτερα προβεβλημένο από τα ΜΜΕ θέμα του «κατεχόμενου» Θιβέτ απο την Κίνα ο Σλαβόι Ζίζεκ έκανε στην Monde diplomatique (Μάιος 2008) ορισμένες αξιοσημείωτες επισημάνσεις, σε 9 σημεία. Με το κείμενο αυτό δε συμφωνώ σε όλα. Ωστόσο, μέσα στον ορυμαγδό της τηλεοπτικής προπαγάνδας μου φάνηκε μια μικρή όαση, ιδίως γιατί προέρχεται από ένα σημαντικό πολιτικό στοχαστή. Αποδίδω πρόχειρα, για τις ανάγκες της επικοινωνίας.
1) Το Θιβέτ, ανεξάρτητη χώρα μέχρι το 1950 δεν κατελήφθη αιφνιδιαστικά από την Κίνα. Υπήρχαν μακρόχρονες και σύνθετες εξαρτήσεις ενώ ο κινεζικός ηγεμονισμός ασκείτο ήδη από την εποχή του αντικομμουνιστικού Κουόμιντανγ.
2) Προ του 1950 το Θιβέτ ήταν μια χώρα άγριου φεουδαλισμού, φτώχειας (με προσδόκιμο μέσο όρο ζωής τα 30 χρόνια, διαφθορά και εμφύλιες διαμάχες. Φοβούμενη τη διατάραξη της κοινωνικής τάξης η άρχουσα ελίτ απαγόρευε κάθε βιομηχανική πρόοδο. Τα μέταλλα εισάγονταν από την Ινδία. Το ότι καθήλωνε σε στασιμότητα το λαό καθόλου δεν την εμπόδιζε να στέλνει τα παιδιά της σε αγγλικά σχολεία και να τοποθετεί τα κεφάλαιά της σε αγγλικές τράπεζες.
3) Η Πολιτιστική Επανάσταση που υποτίθεται ότι ερήμωσε τα μοναστήρια στη δεκαετία του 1960 δεν είχε εισαχθεί από την Κίνα. Ούτε 100 Κόκκινοι Φρουροί δεν είχαν φτάσει από την Κίνα στο Θιβέτ ενώ οι μάζες που έκαιγαν τα μοναστήρια ήταν αποκλειστικά θιβετιανοί.
4) Μέχρι τις αρχές του 1950 υπήρχε συστηματική και ουσιώδης αντικινεζική ανάμειξη της CIA και οι φόβοι της Κίνας για πρόκληση αποσταθεροποίησης δεν ήταν καθόλου αβάσιμοι.
5) Όπως φαίνεται και στις εικόνες που αναμεταδίδονται στην τηλεόραση, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Θιβέτ δεν είναι η περίπτωση των ειρηνικών «πνευματικών» διαμαρτυριών του τύπου που έγιναν πέρσι στη Μπούρμα αλλά συμμοριών που δολοφονούν απλούς κινέζους μετανάστες και καίνε τα καταστήματά τους. Άρα θα πρέπει να ισχύσουν ίσα μέτρα και σταθμά για τη βία τόσο στο Θιβέτ όσο και αλλού. Με τη λογική αυτή δηλαδή γιατί να μην κάνουν το όδιο οι παλαιστίνιοι στους ισραηλινούς εποίκους της Δυτικής Όχθης;
6) Η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλες επενδύσεις στη θιβετιανή οικονομική ανάπτυξη τόσο στις υποδομές όσο και στην παιδεία και την υγεία. Παρά την αναμφισβήτη πολιτική καταπίεση ο λαός ουδέποτε άλλη φορά απόλαυσε καλύτερο επίπεδο ζωής από όσο μέχρι σήμερα. Η φτώχεια είναι πολύ περισσότερη στις δυτικές αγροτικές επαρχίες της Κίνας απ όσο στο Θιβέτ.
7) Τα τελευταία χρόνια η πολιτική της Κίνας στο ζήτημα της θρησκείας άλλαξε. Η χωρίς πολιτική ανάμειξη άσκηση της θρησκευτικής λατρείας είναι σήμερα ανεκτή και συχνά ενισχύεται. Οι κινέζοι ποντάρουν πολύ περισσότερο σε μια εθνική και οικονομική αποικιοποίηση που μεταμορφώνει ταχύτατα τη Λάσα σε μια καπιταλιστική «άγρια Δύση» με τα καραόκι μπαρ και τα «βουδιστικά» θεματικά πάκα σε στιλ Ντίσνεϊλαντ. Σε διάστημα μιας-δυο δεκαετιών οι θιβετιανοί θα έχουν μετατραπεί σε γραφικούς τύπους, αντίστοιχους των Ινδιάνων των ΗΠΑ. Οι κινέζοι έχουν μάθει καλά το μάθημά τους: η μυστική αστυνομία και οι ερυθροφρουροί δεν πιάνουν μπάζα μπροστά στον αχαλίνωτο καπιταλισμό που διαλύει τον κοινωνικό ιστό. Οι κινέζοι κάνουν ό,τι και στη Δύση, ό,τι και στη Βραζιλία με τον Αμαζόνιο, ό,τι και στη Ρωσία με τη Σιβηρία.
8) Ένας από τους σημαντικότεερους λόγους που τόσος πολύς κόσμος στη Δύση συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά της Κίνας είναι ιδεολογικός. Ο θιβετιανός βουδισμός, διαδόθηκε επιδέξια από τον Δαλάι Λάμα και αποτέλεσε τον κυριότερο άξονα αναφοράς για το κίνημα του New Age το οποίο μάλιστα σήμερα έχει καταστεί κυρίαρχη ιδεολογία. Η γοήτευση που προκαλεί το Θιβέτ είναι γιατί έχει θεωρηθείθ ένας «μυθικός τόπος» προβολής ονείρων.
9) Αν υπάρχει ένα δυσοίωνο σημείο αυτή τη στιγμή στην Κίνα είναι όχι στο Θιβέτ αλλά αλλού: καθώς ο καπιταλισμός βρίσκεται σε εκρηκτική ανάπτυξη οι αναλυτές διερωτώνται πότε θα προκύψει και η αντίστοιχη πολιτική δημοκρατία.
1) Το Θιβέτ, ανεξάρτητη χώρα μέχρι το 1950 δεν κατελήφθη αιφνιδιαστικά από την Κίνα. Υπήρχαν μακρόχρονες και σύνθετες εξαρτήσεις ενώ ο κινεζικός ηγεμονισμός ασκείτο ήδη από την εποχή του αντικομμουνιστικού Κουόμιντανγ.
2) Προ του 1950 το Θιβέτ ήταν μια χώρα άγριου φεουδαλισμού, φτώχειας (με προσδόκιμο μέσο όρο ζωής τα 30 χρόνια, διαφθορά και εμφύλιες διαμάχες. Φοβούμενη τη διατάραξη της κοινωνικής τάξης η άρχουσα ελίτ απαγόρευε κάθε βιομηχανική πρόοδο. Τα μέταλλα εισάγονταν από την Ινδία. Το ότι καθήλωνε σε στασιμότητα το λαό καθόλου δεν την εμπόδιζε να στέλνει τα παιδιά της σε αγγλικά σχολεία και να τοποθετεί τα κεφάλαιά της σε αγγλικές τράπεζες.
3) Η Πολιτιστική Επανάσταση που υποτίθεται ότι ερήμωσε τα μοναστήρια στη δεκαετία του 1960 δεν είχε εισαχθεί από την Κίνα. Ούτε 100 Κόκκινοι Φρουροί δεν είχαν φτάσει από την Κίνα στο Θιβέτ ενώ οι μάζες που έκαιγαν τα μοναστήρια ήταν αποκλειστικά θιβετιανοί.
4) Μέχρι τις αρχές του 1950 υπήρχε συστηματική και ουσιώδης αντικινεζική ανάμειξη της CIA και οι φόβοι της Κίνας για πρόκληση αποσταθεροποίησης δεν ήταν καθόλου αβάσιμοι.
5) Όπως φαίνεται και στις εικόνες που αναμεταδίδονται στην τηλεόραση, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Θιβέτ δεν είναι η περίπτωση των ειρηνικών «πνευματικών» διαμαρτυριών του τύπου που έγιναν πέρσι στη Μπούρμα αλλά συμμοριών που δολοφονούν απλούς κινέζους μετανάστες και καίνε τα καταστήματά τους. Άρα θα πρέπει να ισχύσουν ίσα μέτρα και σταθμά για τη βία τόσο στο Θιβέτ όσο και αλλού. Με τη λογική αυτή δηλαδή γιατί να μην κάνουν το όδιο οι παλαιστίνιοι στους ισραηλινούς εποίκους της Δυτικής Όχθης;
6) Η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλες επενδύσεις στη θιβετιανή οικονομική ανάπτυξη τόσο στις υποδομές όσο και στην παιδεία και την υγεία. Παρά την αναμφισβήτη πολιτική καταπίεση ο λαός ουδέποτε άλλη φορά απόλαυσε καλύτερο επίπεδο ζωής από όσο μέχρι σήμερα. Η φτώχεια είναι πολύ περισσότερη στις δυτικές αγροτικές επαρχίες της Κίνας απ όσο στο Θιβέτ.
7) Τα τελευταία χρόνια η πολιτική της Κίνας στο ζήτημα της θρησκείας άλλαξε. Η χωρίς πολιτική ανάμειξη άσκηση της θρησκευτικής λατρείας είναι σήμερα ανεκτή και συχνά ενισχύεται. Οι κινέζοι ποντάρουν πολύ περισσότερο σε μια εθνική και οικονομική αποικιοποίηση που μεταμορφώνει ταχύτατα τη Λάσα σε μια καπιταλιστική «άγρια Δύση» με τα καραόκι μπαρ και τα «βουδιστικά» θεματικά πάκα σε στιλ Ντίσνεϊλαντ. Σε διάστημα μιας-δυο δεκαετιών οι θιβετιανοί θα έχουν μετατραπεί σε γραφικούς τύπους, αντίστοιχους των Ινδιάνων των ΗΠΑ. Οι κινέζοι έχουν μάθει καλά το μάθημά τους: η μυστική αστυνομία και οι ερυθροφρουροί δεν πιάνουν μπάζα μπροστά στον αχαλίνωτο καπιταλισμό που διαλύει τον κοινωνικό ιστό. Οι κινέζοι κάνουν ό,τι και στη Δύση, ό,τι και στη Βραζιλία με τον Αμαζόνιο, ό,τι και στη Ρωσία με τη Σιβηρία.
8) Ένας από τους σημαντικότεερους λόγους που τόσος πολύς κόσμος στη Δύση συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά της Κίνας είναι ιδεολογικός. Ο θιβετιανός βουδισμός, διαδόθηκε επιδέξια από τον Δαλάι Λάμα και αποτέλεσε τον κυριότερο άξονα αναφοράς για το κίνημα του New Age το οποίο μάλιστα σήμερα έχει καταστεί κυρίαρχη ιδεολογία. Η γοήτευση που προκαλεί το Θιβέτ είναι γιατί έχει θεωρηθείθ ένας «μυθικός τόπος» προβολής ονείρων.
9) Αν υπάρχει ένα δυσοίωνο σημείο αυτή τη στιγμή στην Κίνα είναι όχι στο Θιβέτ αλλά αλλού: καθώς ο καπιταλισμός βρίσκεται σε εκρηκτική ανάπτυξη οι αναλυτές διερωτώνται πότε θα προκύψει και η αντίστοιχη πολιτική δημοκρατία.
Εγώ, με τη σειρά μου, διερωτώμαι πόσο αναγκαία ή χρήσιμη είναι για τον άγριο καπιταλισμό η πολιτική δημοκρατία, ζήτημα το οποίο συζητείται πλέον και σοβαρά!
Θάνος Κωτσόπουλος
ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Είναι λυπηρό να χαρίζεται η άμεση δημοκρατία στο νεο-συντηρητικό λοκαλισμό (ο οποίος μάλιστα πάνω σ’ αυτήν ακριβώς τη ρητορική οργανώνει την αναδιάταξή του) και το σοσιαλφιλελευθερισμό. Γιαυτό, δυστυχώς, θα πρέπει να θυμίσουμε αυτονόητα πράγματα, γνωστά στην αριστερά, αλλά «ξεχασμένα». Το ζήτημα, λοιπόν, που θέτω είναι γιατί και πώς μπορεί να γίνει η επανασύνδεση της αριστεράς με την άμεση δημοκρατία.
Το 1843, στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, ο Μαρξ έδινε ακόμη τη μάχη του «πραγματικού» και του «συγκεκριμένου» απέναντι στην εγελιανή αφαίρεση της μοναρχικής κυριαρχίας, απόηχοι όμως της οποίας σα ν’ ακούγονται και σήμερα. Ένα από τα επίδικα θέματα ήταν τότε η «πραγματικότητα» του λαού και της λαϊκής κυριαρχίας. Ο Χέγκελ χαρακτήριζε τη λαϊκή κυριαρχία ως «σκέψη συγκεχυμένη που έχει σαν βάση μια πρωτόγονη παράσταση του λαού». Οπότε ο Μαρξ χρειαζόταν να μουρμουρίζει πως μόνο λαός μπορεί να είναι συγκεκριμένος και πραγματικός. Στη μοναρχία έχουμε το λαό του καθεστώτος, στη δημοκρατία το καθεστώς του λαού, έλεγε.
Μήπως αντίστοιχο «λαό του καθεστώτος» έχουμε και σήμερα, ρωτάμε. Η δημοκρατία, συνέχιζε ο Μαρξ, είναι το λυμένο αίνιγμα όλων των καθεστώτων. Ένα καθεστώς που άγεται συνεχώς από την πραγματική του βάση, τον πραγματικό άνθρωπο, τον πραγματικό λαό και τίθεται σαν το δικό του έργο.
Αυτός ο «πραγματικός άνθρωπος» είναι το άτομο με την ιδιότητά του να είναι πολιτικό και όχι μετουσιωμένο στην εγελιανού τύπου αφηρημένη προσωπικότητα ή τη «μίζερη αφαίρεση του ξεπεσμένου προσώπου του ιδιωτικού δικαίου». Στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, η δημοκρατία αποτελεί πολιτική αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, «περιεχόμενο και μορφή». Στο κείμενο ο Μαρξ ακολουθεί το δρόμο της επαναστατικής άμεσης δημοκρατίας.
Η ιδέα της δημοκρατίας στο Μαρξ είναι συνυφασμένη με τη μετατόπιση από τον πολιτικό φορμαλισμό στον «πραγματικό άνθρωπο» και όχι σε μια «φιλοσοφική» αλλά και «συνταγματική», θα πρόσθετα, αφαίρεση. Βέβαια, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες η ιδέα της αποκλειστικότητας του «ιστορικού υποκειμένου» δεν άφηνε περιθώρια ανάπτυξης μιας ριζοσπαστικής αλλά και πραγματιστικής ερμηνείας του «πραγματικού ανθρώπου», του εμπειρικά κοινού ανθρώπου.
Στην Εισαγωγή του έργου εξαγγέλλει τον ριζικό, πραγματικό άνθρωπο μέσα από τη σχέση δημοκρατίας και επανάστασης. Εκεί προβάλλει ο σχηματισμός, μέσα από την κοινωνία-των-ιδιωτών, μια τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας ανθρώπινης σφαίρας που απαλλάσσεται από την καταδίκη της μερικότητας, που δεν διεκδικεί κανένα επιμέρους δικαίωμα εξαιτίας της καθολικότητας των παθών της, γιατί δεν έχει υποστεί απλώς επιμέρους αδικίες αλλά την αδικία καθεαυτή, που δεν επαίρεται για τον ιστορικό της ρόλο παρά μόνο για τον ανθρώπινο και δεν υπόσχεται παρά την ολική επανάκτηση του ανθρώπου.
Το πόσο ευκίνητες, μεταβαλλόμενες είναι οι έννοιες «μορφή και περιεχόμενο» της δημοκρατίας το έδειξε με μοναδικό τρόπο ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ. Έδειξε πόσο η κοινοβουλευτική δημοκρατία μπορεί να αποτελεί την τελειότερη μορφή και περιεχόμενο των αστικών συμφερόντων και την ίδια στιγμή αυτή η ταξική κυριαρχία να νοσταλγεί ατελέστερες, οπισθοδρομικές και επικίνδυνες γι αυτήν μορφές κυριαρχίας. Έδειξε επίσης πόσο απατηλή είναι η σκέψη να παραμένει κανείς μόνο στην πολιτικη όψη της δημοκρατίας, το μικροαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με «δημοκρατικό τρόπο». Αν υπάρχει, κατά τον Μαρξ, ένα ουσιολογικό ασυμβίβαστο, αυτό δεν είναι μεταξύ και κομμουνισμού και δημοκρατίας αλλά μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας. Ο καπιταλισμός πρώτος διασπά τη σχέση μορφής και περιεχομένου και σφετερίζεται τη μορφή ως το ουσιώδες της δημοκρατίας. Η ενότητα μορφής και περιεχομένου εμφανίζεται πρώτα στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία και στη συνέχεια στις μαζικές επαναστάσεις.
Το αστικό κράτος δεν είναι η αρχαία ελληνική πόλη (παρά τον αναμφισβήτητα ταξικό της χαρακτήρα) και είναι ίσως περιττό να υπενθυμίζουμε το σφάλμα, όπως επισήμαινε ο Καστοριάδης, να μεταφράζει κανείς στα γερμανικά την Πολιτεία του Πλάτωνα ως Der Staat. Διότι, μεταξύ άλλων, μέχρι μια ορισμένη στιγμή η αρχαία δημοκρατική πόλη διέπεται ακόμα από την αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού.
Πράγματι, η δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει έξω από τη μάζα. Κι αν η ιστορία είναι η δράση της μάζας, όπως έλεγε ο Μαρξ στην Αγία Οικογένεια, δε νοείται δημοκρατία έξω από την ιστορική δράση της μάζας. Ό,τι υπήρξε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία η οπλιτική επανάσταση, ό,τι υπήρξε ο ένοπλος λαός για τη δημοκρατία της Ελβετίας, ό,τι σήμαινε το Βαλμύ για τη δημοκρατία στην Ευρώπη, είναι σήμερα η αυτοσυνειδητοποίηση, η ενεργοποίηση και η επιστροφή στην πολιτική της μάζας των πολιτών. Κάτι που δεν μπορεί να διαμορφωθεί έξω από το πεδίο των ταξικών συγκρούσεων αλλά και του πολέμου, αφού η αποτροπή του αποτελεί ουσιώδες περιεχόμενο του μαζικού δημοκρατικού αγώνα. Μια ουσιώδης όψη της σχέσης πολέμου και δημοκρατίας είναι αυτή των εθνικών αναμετρήσεων. Τότε ξαναβγαίνει στο φως η μάζα, ως πτυχή της περίπλοκης σχέσης έθνους και δημοκρατίας, ενίοτε και έθνους και επανάστασης, αφού συχνά οι μεγάλες εξεγέρσεις και επαναστάσεις υπήρξαν επακόλουθα εθνικών ταπεινώσεων. Για αυτό και σήμερα ο πόλεμος αποσπάται απ’ τη μάζα και γίνεται υπόθεση μισθοφόρων και «ειδικών».
Για τον Μαρξ κάθε κράτος είναι ταξικό. Από τη στιγμή που η δημόσια εξουσία αποσπάται από την κοινωνία και αποξενώνεται αδυνατεί να σχηματίσει ένα πολιτειακό καθεστώς πλήρως συμβατό με τη δημοκρατία. Το πολύ-πολύ, στη σύγχρονη αστική κοινοβουλευτική μορφή της να αποτελέσει ένα περίβλημα για διευθέτηση των συγκρούσεων. Γιαυτό στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κάνουν λόγο για «κατάκτηση» της δημοκρατίας και μάλιστα με την προϋπόθεση ότι το προλεταριάτο έχει γίνει κυρίαρχη τάξη. Η προειδοποίηση αυτής της αυμβατότητας ισχύει και για τα σοσιαλιστικά καθεστώτα.
Επομένως, η «πραγματική» δημοκρατία καθίσταται υπερβατική οποιασδήποτε αστικής πολιτειακής μορφής ενώ ταυτόχρονα αποσπάται ως διαρκές αίτημα από τη δυνατότητα του ενθάδε και μεθίσταται στο δυνητικό ενός μετεπαναστατικού επέκεινα. Αυτό το κρίσιμο σημείο δεν το άφησαν ανεκμετάλλευτο οι πολέμιοι του μαρξισμού. Διότι όσο το αστικό καθεστώς βρίσκεται σε κρίση και σε άνοδο το εργατικό κίνημα, άρα η επαναστατική προοπτική επί θύραις, είναι πιο αντιληπτό ότι η δημοκρατία μπορεί να απαρνείται το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα και να αναμένει τη μετεγκατάστασή της στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Αν όμως συμβαίνει το αντίθετο, επικρατεί ένας σταθερός, αστικός κοινοβουλευτισμός, τότε η προσδοκία της ριζικής δημοκρατίας ξεμακραίνει και χάνεται στο βάθος της εσχατολογικής υπόσχεσης. Αν το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι τόσο επείγον, και γίνεται αποδεκτή η αναβολή του σ’ ένα αόριστο μέλλον, δε συμβαίνει το ίδιο με την απαίτηση για δημοκρατία. Η διεκδίκηση της δημοκρατίας του «πραγματικού» ανθρώπου, όπως τον προσδιόρισε ο Μαρξ, ανήκει αμετάκλητα όχι μόνο στη σφαίρα του επέκεινα αλλά και, κυρίως, του ενθάδε.
Ο Μαρξ ύμνησε στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία τα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού το 1871. Το σύντομο εκείνο καθεστώς χαρακτηρίστηκε επαναστατική «δικτατορία του προλεταριάτου» με αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα, τόσο από άποψη μορφής όσο και περιεχομένου. Η αντίληψή του ήταν ότι ένα επαναστατικό καθεστώς πρέπει να λειτουργεί με αρχές άμεσης δημοκρατίας και πουθενά στη σκέψη του δεν προοικονομείται η απάρνηση ή εξάλειψή της, όπως συντελέστηκε στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προϋπέθετε, φυσικά, ότι το περιεχόμενό της θα ήταν ταξικό: θα ήταν μια πλειοψηφική, αμεσοδημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου.
***
Αν και θα έπρεπε να στεκόμαστε μακριά από κάθε λογική «διατίμησης» της αυταξίας της άμεσης δημοκρατίας και υποβιβασμού της σε συγκριτικές αξιολογήσεις δεν θα το αποφύγουμε, γιατί είναι κάτι που καταγράφεται στο δημόσιο διάλογο. Τα επιχειρήματα, πολύ γενικά και συνοπτικά, μπορούν να ομαδοποιηθούν σε κανονιστικού και πραγματιστικού-εμπειρικού τύπου.
Οι επικρίσεις κανονιστικού τύπου εκπορεύονται από:
α) Τους οπαδούς της συνταγματικής και αντιπροσωπευτικής κυριαρχίας, όπως του Λοκ και του Μοντεσκιέ.
β) Την κριτική του Τοκβίλ για τον κίνδυνο του δεσποτισμού (της τυραννίας) της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία (ή και το αντίστροφο) και την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ συναίνεσης και σύγκρουσης.
γ) Τη διορθωτική παρέμβαση του Τζ.Στ.Μιλ για την ορθή αντιπροσώπευση. Τα επιχειρήματα των φιλελεύθερων αντιλήψεων περιστρέφονται γύρω από την προστασία της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, είτε ατομοκεντρικά (π.χ. στον Λοκ) είτε κοινωνιοκεντρικά (π.χ. Τοκβίλ και Μιλ).
δ) Τη βεμπεριανή και σουμπετεριανή αντίληψη για το ρυθμιστικό ρόλο του ηγέτη και της ηγετικής ελίτ στη δημοκρατία
ε) Τη μαρξιστική κριτική, η οποία δεν απορρίπτει την αντιπροσώπευση (διότι από μόνη της δεν αποτελεί κάτι κακό) αλλά τον αστικό κοινοβουλευτισμό και τη μεταρρυθμιστική χρήση της «συμμετοχικής» δημοκρατίας. Θεωρεί ότι η άμεση δημοκρατία, μολονότι επαναστατική στην ουσία της, είναι ευάλωτη στην αστική χειραγώγηση. Η επανάσταση είναι αναγκασμένη να επιλέξει μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Τότε υποχρεωτικά θα χρειαστεί να διασπάσει τη σχέση αυτή και να ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο.
Πραγματιστικού-εμπειρικού τύπου επικρίσεις προέρχονται από πολλές πλευρές και συγκεντρώνονται γύρω από το σκεπτικισμό για τη λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα της άμεσης δημοκρατίας αλλά και τον «ιδεοτυπικό» πολίτη. Εδώ ένα κεντρικό επιχείρημα είναι το υπέρμετρα κανονιστικό – δεοντολογικό και ουτοπικό στοιχείο της: απευθύνεται σε πολίτες μορφωμένους, νεότερους, καλά πληροφορημένους, με αρκετό διαθέσιμο χρόνο -άρα σχετικά ευκατάστατους, υπερεκτιμώντας τις πραγματικές δυνατότητες του απλού, μέσου πολίτη ή στρουθοκαμηλίζοντας απέναντι στον «χυδαίο», αδιάφορο, παθητικοποιημένο, εγωκεντρικό ή μνησίκακο πολίτη. Την ίδια στιγμή της προσάπτεται ότι είναι ευάλωτη στους δημαγωγούς, τις οργανωμένες ομάδες και ταυτόχρονα εύκολα χειραγωγήσιμη από την κυβερνητική εξουσία, μπορεί δηλαδή να λειτουργήσει ως εργαλείο ενσωμάτωσης. Ότι κολακεύοντας τον πληγωμένο ναρκισσισμό του ταπεινωμένου απλού ψηφοφόρου εμποδίζει την ικανότητά του για ορθολογική κρίση και του αναζωπυρώνει ολοκληρωτικές φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Άλλο σημαντικό επιχείρημα είναι εκείνο της δυσλειτουργικότητας και οριακής βιωσιμότητάς της, αφού δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του περιορισμένου τόπου ή κλάδου, ενώ, ταυτόχρονα, η σχέση κόστους-οφέλους για τον πολίτη είναι αποτρεπτική.
Κυριαρχεί επίσης η τάση, ιδίως στην Ελλάδα, να σχολιάζεται η χρήση της άμεσης δημοκρατίας ως απλά «συμβολικής» ή σχετιζόμενης με προσωρινές δυσαρέσκειες επισημαίνοντας ότι ακόμη και τα δημοψηφίσματα σπάνια έχουν νόημα πέρα από εντυπωσιασμό.
Υποστηρικτικά επιχειρήματα για την άμεση δημοκρατία συναντά κανείς σε διάφορες μεταρρυθμιστικές προσεγγίσεις. «Η δημοκρατία συμβάλλει στον αυτοπροσδιορισμό των ανθρώπων και μόνο όταν είναι πραγματική είναι αληθινή», έλεγε ο Χάμπερμας το 1969. Η σχέση δημοκρατίας – πολίτη είναι αμφίδρομη. Η συμμετοχή αφορά είτε σε έναν ήδη ικανό πολίτη είτε σε κάποιον ο οποίος, μέσω του διαλόγου, της πληροφόρησης και της ενεργού συμμετοχής αποκτά πλήρη ικανότητα πολιτικού υποκειμένου. Οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες καταργούν τις γραφειοκρατικά προειλημμένες αποφάσεις και μεταθέτουν το πεδίο των αποφάσεων στη βάση, καλλιεργώντας έτσι πέρα από τη συλλογική και την προσωπική ευθύνη, ουσιώδες στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας. Η αιρετότητα και ανακλητότητα των κρατικών αξιωμάτων τονώνει την αποτελεσματικότητα, αφού την επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών κρίνουν οι «χρήστες». Η αμεση δημοκρατία αποτελεί θεσμικό εμπόδιο κατά της παντοδυναμίας της ηγεσίας, ιδίως σε εσωκομματικό επίπεδο. Η σύγχρονη τεχνολογία επιλύει το πρόβλημα της απόστασης και του περιορισμένου ελεύθερου χρόνου. Η δημοκρατία εμπεδώνεται ως «τρόπος ζωής» και μπορεί να διεκδικηθεί σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.
Αλλά, αν θέλουμε να προχωρούμε μόνο με τη λογική των συγκρίσεων, τα «μειονεκτήματα» της άμεσης δημοκρατίας θα τα βρίσκουμε ίσως περισσότερα από τα «πλεονεκτήματα». Τότε από πού αντλεί τη δύναμή της; Στην ουτοπία της; Η διαρκής επίκληση και προσμονή της αποτελούν άλλο ένα είδος μεσσιανικού υποσχετικού λόγου, υποδηλώνουν το επερχόμενο;
Όπως σωστά παρατηρούσε ο G. Gurvitch, ο ολοκληρωτισμός υπάρχει ήδη μέσα στην καπιταλιστική δημοκρατία. Tροφοδοτείται, συνεχίζουμε, πέρα από την απλή αντίθεση πολιτικής ισότητας – οικονομικής ανισότητας, μέσα από την αποξένωση των πολιτών και των εργαζομένων από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και της παραγωγής. Ο κόσμος της εργασίας και οι πολίτες κρατήθηκαν πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα σε αναγκαστική εξατομίκευση, στη σκιά της πολιτικής ζωής, χωρίς αντιπροσώπευση, χωρίς δικαίωμα συμμετοχής, παρατηρητές ενός πολιτικού μηχανισμού αξιωματούχων. Η δυσαρέσκεια αυτή έχει καταγραφεί εκλογικά και δημοσκοπικά. Το πολιτικό σύστημα αρνείται έστω και προσχηματικά οποιοδήποτε δημόσιο διάλογο περί άμεσης δημοκρατίας. Πώς, λοιπόν, θα αντιληφθεί κανείς την αμεσοδημοκρατική απαίτηση αυτή τη στιγμή; Ως συρμό, «υπνωτήριον άλειμμα» ή ως «οιωνιστικόν πταρμόν» μιας αναδυόμενης χειραφέτησης των πολιτών και των κινημάτων;
Η επικρατούσα συνταγματική και δικομματική συναίνεση στην Ελλάδα (τη χώρα με πλουσιότατο αμεσοδημοκρατικό ιστορικό υπέδαφος) έχει καταστήσει ανενεργό ακόμα και ένα απλό δημοψήφισμα και εμποδίζει κάθε εκλογικό νόμο που θα σέβεται την αντιπροσώπευση και τη λαϊκή κυριαρχία. Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει τη φωνή των πολιτών. Θα ισχυρίζεται πάντα ότι δεν είναι ακόμα «πολιτικά ενήλικοι».
Τι απέγινε η σχέση βουλέυματος και απόφασης; Το πολιτικό κόμμα δε νομιμοποιείται να μονοπωλεί συνταγματικά την πολιτική βούληση. Κάποτε ήταν εξωφρενικό να μιλά κανείς για το «τέλος του κόμματος». Στο άμεσο μέλλον θα μπει σε διάλογο και θα μετατραπεί σε απαίτηση. Το ζητούμενο είναι η διακυβέρνηση και όχι η διαχείριση. Η δημοκρατία δε μπορεί να καταντήσει μια σουμπετεριανή «αγορά», ένα κυνικό εργαλείο της εξουσίας.
Η απορία για τις δυνατότητες της άμεσης δημοκρατίας θα μείνει πιθανότατα μετέωρη –όχι όμως η διεκδίκησή της. Το κείμενο αυτό δεν ανέτρεξε στον Μαρξ μνημονευτικά αλλά στο όνομα της αριστεράς και της δημοκρατικής «ανταρσίας». Το περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Η τωρινή διεκδίκηση της μορφής της διανεύει το αυτονόητο.
Θάνος Κωτσόπουλος
Το 1843, στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, ο Μαρξ έδινε ακόμη τη μάχη του «πραγματικού» και του «συγκεκριμένου» απέναντι στην εγελιανή αφαίρεση της μοναρχικής κυριαρχίας, απόηχοι όμως της οποίας σα ν’ ακούγονται και σήμερα. Ένα από τα επίδικα θέματα ήταν τότε η «πραγματικότητα» του λαού και της λαϊκής κυριαρχίας. Ο Χέγκελ χαρακτήριζε τη λαϊκή κυριαρχία ως «σκέψη συγκεχυμένη που έχει σαν βάση μια πρωτόγονη παράσταση του λαού». Οπότε ο Μαρξ χρειαζόταν να μουρμουρίζει πως μόνο λαός μπορεί να είναι συγκεκριμένος και πραγματικός. Στη μοναρχία έχουμε το λαό του καθεστώτος, στη δημοκρατία το καθεστώς του λαού, έλεγε.
Μήπως αντίστοιχο «λαό του καθεστώτος» έχουμε και σήμερα, ρωτάμε. Η δημοκρατία, συνέχιζε ο Μαρξ, είναι το λυμένο αίνιγμα όλων των καθεστώτων. Ένα καθεστώς που άγεται συνεχώς από την πραγματική του βάση, τον πραγματικό άνθρωπο, τον πραγματικό λαό και τίθεται σαν το δικό του έργο.
Αυτός ο «πραγματικός άνθρωπος» είναι το άτομο με την ιδιότητά του να είναι πολιτικό και όχι μετουσιωμένο στην εγελιανού τύπου αφηρημένη προσωπικότητα ή τη «μίζερη αφαίρεση του ξεπεσμένου προσώπου του ιδιωτικού δικαίου». Στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, η δημοκρατία αποτελεί πολιτική αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, «περιεχόμενο και μορφή». Στο κείμενο ο Μαρξ ακολουθεί το δρόμο της επαναστατικής άμεσης δημοκρατίας.
Η ιδέα της δημοκρατίας στο Μαρξ είναι συνυφασμένη με τη μετατόπιση από τον πολιτικό φορμαλισμό στον «πραγματικό άνθρωπο» και όχι σε μια «φιλοσοφική» αλλά και «συνταγματική», θα πρόσθετα, αφαίρεση. Βέβαια, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες η ιδέα της αποκλειστικότητας του «ιστορικού υποκειμένου» δεν άφηνε περιθώρια ανάπτυξης μιας ριζοσπαστικής αλλά και πραγματιστικής ερμηνείας του «πραγματικού ανθρώπου», του εμπειρικά κοινού ανθρώπου.
Στην Εισαγωγή του έργου εξαγγέλλει τον ριζικό, πραγματικό άνθρωπο μέσα από τη σχέση δημοκρατίας και επανάστασης. Εκεί προβάλλει ο σχηματισμός, μέσα από την κοινωνία-των-ιδιωτών, μια τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας ανθρώπινης σφαίρας που απαλλάσσεται από την καταδίκη της μερικότητας, που δεν διεκδικεί κανένα επιμέρους δικαίωμα εξαιτίας της καθολικότητας των παθών της, γιατί δεν έχει υποστεί απλώς επιμέρους αδικίες αλλά την αδικία καθεαυτή, που δεν επαίρεται για τον ιστορικό της ρόλο παρά μόνο για τον ανθρώπινο και δεν υπόσχεται παρά την ολική επανάκτηση του ανθρώπου.
Το πόσο ευκίνητες, μεταβαλλόμενες είναι οι έννοιες «μορφή και περιεχόμενο» της δημοκρατίας το έδειξε με μοναδικό τρόπο ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ. Έδειξε πόσο η κοινοβουλευτική δημοκρατία μπορεί να αποτελεί την τελειότερη μορφή και περιεχόμενο των αστικών συμφερόντων και την ίδια στιγμή αυτή η ταξική κυριαρχία να νοσταλγεί ατελέστερες, οπισθοδρομικές και επικίνδυνες γι αυτήν μορφές κυριαρχίας. Έδειξε επίσης πόσο απατηλή είναι η σκέψη να παραμένει κανείς μόνο στην πολιτικη όψη της δημοκρατίας, το μικροαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με «δημοκρατικό τρόπο». Αν υπάρχει, κατά τον Μαρξ, ένα ουσιολογικό ασυμβίβαστο, αυτό δεν είναι μεταξύ και κομμουνισμού και δημοκρατίας αλλά μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας. Ο καπιταλισμός πρώτος διασπά τη σχέση μορφής και περιεχομένου και σφετερίζεται τη μορφή ως το ουσιώδες της δημοκρατίας. Η ενότητα μορφής και περιεχομένου εμφανίζεται πρώτα στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία και στη συνέχεια στις μαζικές επαναστάσεις.
Το αστικό κράτος δεν είναι η αρχαία ελληνική πόλη (παρά τον αναμφισβήτητα ταξικό της χαρακτήρα) και είναι ίσως περιττό να υπενθυμίζουμε το σφάλμα, όπως επισήμαινε ο Καστοριάδης, να μεταφράζει κανείς στα γερμανικά την Πολιτεία του Πλάτωνα ως Der Staat. Διότι, μεταξύ άλλων, μέχρι μια ορισμένη στιγμή η αρχαία δημοκρατική πόλη διέπεται ακόμα από την αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού.
Πράγματι, η δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει έξω από τη μάζα. Κι αν η ιστορία είναι η δράση της μάζας, όπως έλεγε ο Μαρξ στην Αγία Οικογένεια, δε νοείται δημοκρατία έξω από την ιστορική δράση της μάζας. Ό,τι υπήρξε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία η οπλιτική επανάσταση, ό,τι υπήρξε ο ένοπλος λαός για τη δημοκρατία της Ελβετίας, ό,τι σήμαινε το Βαλμύ για τη δημοκρατία στην Ευρώπη, είναι σήμερα η αυτοσυνειδητοποίηση, η ενεργοποίηση και η επιστροφή στην πολιτική της μάζας των πολιτών. Κάτι που δεν μπορεί να διαμορφωθεί έξω από το πεδίο των ταξικών συγκρούσεων αλλά και του πολέμου, αφού η αποτροπή του αποτελεί ουσιώδες περιεχόμενο του μαζικού δημοκρατικού αγώνα. Μια ουσιώδης όψη της σχέσης πολέμου και δημοκρατίας είναι αυτή των εθνικών αναμετρήσεων. Τότε ξαναβγαίνει στο φως η μάζα, ως πτυχή της περίπλοκης σχέσης έθνους και δημοκρατίας, ενίοτε και έθνους και επανάστασης, αφού συχνά οι μεγάλες εξεγέρσεις και επαναστάσεις υπήρξαν επακόλουθα εθνικών ταπεινώσεων. Για αυτό και σήμερα ο πόλεμος αποσπάται απ’ τη μάζα και γίνεται υπόθεση μισθοφόρων και «ειδικών».
Για τον Μαρξ κάθε κράτος είναι ταξικό. Από τη στιγμή που η δημόσια εξουσία αποσπάται από την κοινωνία και αποξενώνεται αδυνατεί να σχηματίσει ένα πολιτειακό καθεστώς πλήρως συμβατό με τη δημοκρατία. Το πολύ-πολύ, στη σύγχρονη αστική κοινοβουλευτική μορφή της να αποτελέσει ένα περίβλημα για διευθέτηση των συγκρούσεων. Γιαυτό στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κάνουν λόγο για «κατάκτηση» της δημοκρατίας και μάλιστα με την προϋπόθεση ότι το προλεταριάτο έχει γίνει κυρίαρχη τάξη. Η προειδοποίηση αυτής της αυμβατότητας ισχύει και για τα σοσιαλιστικά καθεστώτα.
Επομένως, η «πραγματική» δημοκρατία καθίσταται υπερβατική οποιασδήποτε αστικής πολιτειακής μορφής ενώ ταυτόχρονα αποσπάται ως διαρκές αίτημα από τη δυνατότητα του ενθάδε και μεθίσταται στο δυνητικό ενός μετεπαναστατικού επέκεινα. Αυτό το κρίσιμο σημείο δεν το άφησαν ανεκμετάλλευτο οι πολέμιοι του μαρξισμού. Διότι όσο το αστικό καθεστώς βρίσκεται σε κρίση και σε άνοδο το εργατικό κίνημα, άρα η επαναστατική προοπτική επί θύραις, είναι πιο αντιληπτό ότι η δημοκρατία μπορεί να απαρνείται το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα και να αναμένει τη μετεγκατάστασή της στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Αν όμως συμβαίνει το αντίθετο, επικρατεί ένας σταθερός, αστικός κοινοβουλευτισμός, τότε η προσδοκία της ριζικής δημοκρατίας ξεμακραίνει και χάνεται στο βάθος της εσχατολογικής υπόσχεσης. Αν το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι τόσο επείγον, και γίνεται αποδεκτή η αναβολή του σ’ ένα αόριστο μέλλον, δε συμβαίνει το ίδιο με την απαίτηση για δημοκρατία. Η διεκδίκηση της δημοκρατίας του «πραγματικού» ανθρώπου, όπως τον προσδιόρισε ο Μαρξ, ανήκει αμετάκλητα όχι μόνο στη σφαίρα του επέκεινα αλλά και, κυρίως, του ενθάδε.
Ο Μαρξ ύμνησε στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία τα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού το 1871. Το σύντομο εκείνο καθεστώς χαρακτηρίστηκε επαναστατική «δικτατορία του προλεταριάτου» με αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα, τόσο από άποψη μορφής όσο και περιεχομένου. Η αντίληψή του ήταν ότι ένα επαναστατικό καθεστώς πρέπει να λειτουργεί με αρχές άμεσης δημοκρατίας και πουθενά στη σκέψη του δεν προοικονομείται η απάρνηση ή εξάλειψή της, όπως συντελέστηκε στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προϋπέθετε, φυσικά, ότι το περιεχόμενό της θα ήταν ταξικό: θα ήταν μια πλειοψηφική, αμεσοδημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου.
***
Αν και θα έπρεπε να στεκόμαστε μακριά από κάθε λογική «διατίμησης» της αυταξίας της άμεσης δημοκρατίας και υποβιβασμού της σε συγκριτικές αξιολογήσεις δεν θα το αποφύγουμε, γιατί είναι κάτι που καταγράφεται στο δημόσιο διάλογο. Τα επιχειρήματα, πολύ γενικά και συνοπτικά, μπορούν να ομαδοποιηθούν σε κανονιστικού και πραγματιστικού-εμπειρικού τύπου.
Οι επικρίσεις κανονιστικού τύπου εκπορεύονται από:
α) Τους οπαδούς της συνταγματικής και αντιπροσωπευτικής κυριαρχίας, όπως του Λοκ και του Μοντεσκιέ.
β) Την κριτική του Τοκβίλ για τον κίνδυνο του δεσποτισμού (της τυραννίας) της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία (ή και το αντίστροφο) και την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ συναίνεσης και σύγκρουσης.
γ) Τη διορθωτική παρέμβαση του Τζ.Στ.Μιλ για την ορθή αντιπροσώπευση. Τα επιχειρήματα των φιλελεύθερων αντιλήψεων περιστρέφονται γύρω από την προστασία της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, είτε ατομοκεντρικά (π.χ. στον Λοκ) είτε κοινωνιοκεντρικά (π.χ. Τοκβίλ και Μιλ).
δ) Τη βεμπεριανή και σουμπετεριανή αντίληψη για το ρυθμιστικό ρόλο του ηγέτη και της ηγετικής ελίτ στη δημοκρατία
ε) Τη μαρξιστική κριτική, η οποία δεν απορρίπτει την αντιπροσώπευση (διότι από μόνη της δεν αποτελεί κάτι κακό) αλλά τον αστικό κοινοβουλευτισμό και τη μεταρρυθμιστική χρήση της «συμμετοχικής» δημοκρατίας. Θεωρεί ότι η άμεση δημοκρατία, μολονότι επαναστατική στην ουσία της, είναι ευάλωτη στην αστική χειραγώγηση. Η επανάσταση είναι αναγκασμένη να επιλέξει μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Τότε υποχρεωτικά θα χρειαστεί να διασπάσει τη σχέση αυτή και να ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο.
Πραγματιστικού-εμπειρικού τύπου επικρίσεις προέρχονται από πολλές πλευρές και συγκεντρώνονται γύρω από το σκεπτικισμό για τη λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα της άμεσης δημοκρατίας αλλά και τον «ιδεοτυπικό» πολίτη. Εδώ ένα κεντρικό επιχείρημα είναι το υπέρμετρα κανονιστικό – δεοντολογικό και ουτοπικό στοιχείο της: απευθύνεται σε πολίτες μορφωμένους, νεότερους, καλά πληροφορημένους, με αρκετό διαθέσιμο χρόνο -άρα σχετικά ευκατάστατους, υπερεκτιμώντας τις πραγματικές δυνατότητες του απλού, μέσου πολίτη ή στρουθοκαμηλίζοντας απέναντι στον «χυδαίο», αδιάφορο, παθητικοποιημένο, εγωκεντρικό ή μνησίκακο πολίτη. Την ίδια στιγμή της προσάπτεται ότι είναι ευάλωτη στους δημαγωγούς, τις οργανωμένες ομάδες και ταυτόχρονα εύκολα χειραγωγήσιμη από την κυβερνητική εξουσία, μπορεί δηλαδή να λειτουργήσει ως εργαλείο ενσωμάτωσης. Ότι κολακεύοντας τον πληγωμένο ναρκισσισμό του ταπεινωμένου απλού ψηφοφόρου εμποδίζει την ικανότητά του για ορθολογική κρίση και του αναζωπυρώνει ολοκληρωτικές φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Άλλο σημαντικό επιχείρημα είναι εκείνο της δυσλειτουργικότητας και οριακής βιωσιμότητάς της, αφού δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του περιορισμένου τόπου ή κλάδου, ενώ, ταυτόχρονα, η σχέση κόστους-οφέλους για τον πολίτη είναι αποτρεπτική.
Κυριαρχεί επίσης η τάση, ιδίως στην Ελλάδα, να σχολιάζεται η χρήση της άμεσης δημοκρατίας ως απλά «συμβολικής» ή σχετιζόμενης με προσωρινές δυσαρέσκειες επισημαίνοντας ότι ακόμη και τα δημοψηφίσματα σπάνια έχουν νόημα πέρα από εντυπωσιασμό.
Υποστηρικτικά επιχειρήματα για την άμεση δημοκρατία συναντά κανείς σε διάφορες μεταρρυθμιστικές προσεγγίσεις. «Η δημοκρατία συμβάλλει στον αυτοπροσδιορισμό των ανθρώπων και μόνο όταν είναι πραγματική είναι αληθινή», έλεγε ο Χάμπερμας το 1969. Η σχέση δημοκρατίας – πολίτη είναι αμφίδρομη. Η συμμετοχή αφορά είτε σε έναν ήδη ικανό πολίτη είτε σε κάποιον ο οποίος, μέσω του διαλόγου, της πληροφόρησης και της ενεργού συμμετοχής αποκτά πλήρη ικανότητα πολιτικού υποκειμένου. Οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες καταργούν τις γραφειοκρατικά προειλημμένες αποφάσεις και μεταθέτουν το πεδίο των αποφάσεων στη βάση, καλλιεργώντας έτσι πέρα από τη συλλογική και την προσωπική ευθύνη, ουσιώδες στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας. Η αιρετότητα και ανακλητότητα των κρατικών αξιωμάτων τονώνει την αποτελεσματικότητα, αφού την επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών κρίνουν οι «χρήστες». Η αμεση δημοκρατία αποτελεί θεσμικό εμπόδιο κατά της παντοδυναμίας της ηγεσίας, ιδίως σε εσωκομματικό επίπεδο. Η σύγχρονη τεχνολογία επιλύει το πρόβλημα της απόστασης και του περιορισμένου ελεύθερου χρόνου. Η δημοκρατία εμπεδώνεται ως «τρόπος ζωής» και μπορεί να διεκδικηθεί σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.
Αλλά, αν θέλουμε να προχωρούμε μόνο με τη λογική των συγκρίσεων, τα «μειονεκτήματα» της άμεσης δημοκρατίας θα τα βρίσκουμε ίσως περισσότερα από τα «πλεονεκτήματα». Τότε από πού αντλεί τη δύναμή της; Στην ουτοπία της; Η διαρκής επίκληση και προσμονή της αποτελούν άλλο ένα είδος μεσσιανικού υποσχετικού λόγου, υποδηλώνουν το επερχόμενο;
Όπως σωστά παρατηρούσε ο G. Gurvitch, ο ολοκληρωτισμός υπάρχει ήδη μέσα στην καπιταλιστική δημοκρατία. Tροφοδοτείται, συνεχίζουμε, πέρα από την απλή αντίθεση πολιτικής ισότητας – οικονομικής ανισότητας, μέσα από την αποξένωση των πολιτών και των εργαζομένων από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και της παραγωγής. Ο κόσμος της εργασίας και οι πολίτες κρατήθηκαν πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα σε αναγκαστική εξατομίκευση, στη σκιά της πολιτικής ζωής, χωρίς αντιπροσώπευση, χωρίς δικαίωμα συμμετοχής, παρατηρητές ενός πολιτικού μηχανισμού αξιωματούχων. Η δυσαρέσκεια αυτή έχει καταγραφεί εκλογικά και δημοσκοπικά. Το πολιτικό σύστημα αρνείται έστω και προσχηματικά οποιοδήποτε δημόσιο διάλογο περί άμεσης δημοκρατίας. Πώς, λοιπόν, θα αντιληφθεί κανείς την αμεσοδημοκρατική απαίτηση αυτή τη στιγμή; Ως συρμό, «υπνωτήριον άλειμμα» ή ως «οιωνιστικόν πταρμόν» μιας αναδυόμενης χειραφέτησης των πολιτών και των κινημάτων;
Η επικρατούσα συνταγματική και δικομματική συναίνεση στην Ελλάδα (τη χώρα με πλουσιότατο αμεσοδημοκρατικό ιστορικό υπέδαφος) έχει καταστήσει ανενεργό ακόμα και ένα απλό δημοψήφισμα και εμποδίζει κάθε εκλογικό νόμο που θα σέβεται την αντιπροσώπευση και τη λαϊκή κυριαρχία. Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει τη φωνή των πολιτών. Θα ισχυρίζεται πάντα ότι δεν είναι ακόμα «πολιτικά ενήλικοι».
Τι απέγινε η σχέση βουλέυματος και απόφασης; Το πολιτικό κόμμα δε νομιμοποιείται να μονοπωλεί συνταγματικά την πολιτική βούληση. Κάποτε ήταν εξωφρενικό να μιλά κανείς για το «τέλος του κόμματος». Στο άμεσο μέλλον θα μπει σε διάλογο και θα μετατραπεί σε απαίτηση. Το ζητούμενο είναι η διακυβέρνηση και όχι η διαχείριση. Η δημοκρατία δε μπορεί να καταντήσει μια σουμπετεριανή «αγορά», ένα κυνικό εργαλείο της εξουσίας.
Η απορία για τις δυνατότητες της άμεσης δημοκρατίας θα μείνει πιθανότατα μετέωρη –όχι όμως η διεκδίκησή της. Το κείμενο αυτό δεν ανέτρεξε στον Μαρξ μνημονευτικά αλλά στο όνομα της αριστεράς και της δημοκρατικής «ανταρσίας». Το περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Η τωρινή διεκδίκηση της μορφής της διανεύει το αυτονόητο.
Θάνος Κωτσόπουλος
Δευτέρα 12 Μαΐου 2008
Κάτι για τον Said
Παρουσίαση αποσπάσματος από το βιβλίο Umanesimo e critica democratica, του γνωστού παλαιστίνιου στοχαστή E.Said έκανε η στήλη της Ελευθεροτυπίας Σημειωματάριο Ιδεών, σε επιμέλεια του Θανάση Γιαλκέτση.
Εκεί, ανάμεσα σε άλλα σχετικά με την ανατροπή του ευρωκεντρικού μοντέλου ανθρωπιστικών σπουδών από το αφροαμερικανικό, φεμινιστικό, «πολυπολιτισμικό», αναφέρεται και σε σ’ ένα σχόλιο του Frantz Fanon: «το ελληνορωμαϊκό άγαλμα γίνεται θρύψαλα στις αποικίες».
Ωστόσο, πρέπει κανείς καταρχήν να μην ξεχνά ότι οπωσδήποτε τα ελληνικά (αλλά και τα ρωμαϊκά και άλλα) αγάλματα δε γίνονται «θρύψαλα».
Έπειτα, να έχει υπόψιν τη συνομιλία των G. Apollinaire και Jean Moréas σχετικά με τη διαφορά γοτθικού και αρχαιοελληνικού ναού. Για τον μεν Apollinaire ήταν ίσης αισθητικής αξίας, για τον δε Moréas υπήρχε μια ουσιώδης διαφορά: η εικόνα ενός γκρεμισμένου γοτθικού ναού είναι σωρός από πέτρες και άμορφα υλικά, ενώ ενός ελληνικού, (για ό,τι στέκεται κι ό,τι είναι ριγμένο στη γη) η ομορφιά που σήμερα θαυμάζουμε.
Θάνος Κωτσόπουλος
Εκεί, ανάμεσα σε άλλα σχετικά με την ανατροπή του ευρωκεντρικού μοντέλου ανθρωπιστικών σπουδών από το αφροαμερικανικό, φεμινιστικό, «πολυπολιτισμικό», αναφέρεται και σε σ’ ένα σχόλιο του Frantz Fanon: «το ελληνορωμαϊκό άγαλμα γίνεται θρύψαλα στις αποικίες».
Ωστόσο, πρέπει κανείς καταρχήν να μην ξεχνά ότι οπωσδήποτε τα ελληνικά (αλλά και τα ρωμαϊκά και άλλα) αγάλματα δε γίνονται «θρύψαλα».
Έπειτα, να έχει υπόψιν τη συνομιλία των G. Apollinaire και Jean Moréas σχετικά με τη διαφορά γοτθικού και αρχαιοελληνικού ναού. Για τον μεν Apollinaire ήταν ίσης αισθητικής αξίας, για τον δε Moréas υπήρχε μια ουσιώδης διαφορά: η εικόνα ενός γκρεμισμένου γοτθικού ναού είναι σωρός από πέτρες και άμορφα υλικά, ενώ ενός ελληνικού, (για ό,τι στέκεται κι ό,τι είναι ριγμένο στη γη) η ομορφιά που σήμερα θαυμάζουμε.
Θάνος Κωτσόπουλος
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
Προβλήματα βουλήσεως στη Δύση
Με τον Ιερό Αυγουστίνο σηματοδοτείται η θεμελίωση και η μακρόπνοη σχεδίαση αυτού που θα λέγαμε «δράμα της Δύσης». Με το έργο και την επίδραση της γιγάντιας αυτής προσωπικότητας ο τότε δυτικός κόσμος ουσιαστικά αποχαιρετά το μέτρο που χαρακτηρίζει την αρχαία ελληνική σκέψη και εισέρχεται στην τύρβη των αγωνιωδών αινιγμάτων του χριστιανισμού και του αλεξανδρινού μυστικισμού. Η εκπληκτική διορατικότητα αυτού του στοχαστή δεν ήταν άσχετη από την ίδια τη δύναμή του να προσδιορίζει ο ίδιος τα όρια του προβλήματος. Τοποθετημένος σ’ ένα κεντρικό σημείο της Μεσογείου, “υποψιασμένος” μέχρις εσχάτων από τη νεανική του περιπλάνηση στον εκλεκτικισμό και το σκεπτικισμό σταθμίζει τις δυνάμεις της ελληνικής φιλοσοφίας και αποφασίζει να συντάξει θαρρετά το βαρύτατο κληρονομικό διαθετήριο και ταυτόχρονα Πρώτη Πράξη του δράματος που αναφέραμε.
Ας δούμε σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά αυτής της Πράξης. Ανατίθεται ρητά στο δυτικό άνθρωπο το καθήκον και η ευθύνη να συνοδοιπορήσει με το αδιανόητο: να επιλύσει αυτός -ως ανθρώπινη πολιτεία- ένα πρόβλημα που δημιούργησε αποκλειστικά ο Θεός. Βάζει στο δυτικό άνθρωπο το αβάσταχτο χρέος να διχάσει ο ίδιος όλη την ανθρωπότητα από τη μια σε ένα μέρος αιώνια καταδικασμένο στην κατωτερότητα της πτώσης, ένα μέρος το οποίο δε θα σωθεί ποτέ, γιατί ο Θεός έτσι θέλησε: να μην του δώσει ποτέ τη Χάρη του. Κι απ’ την άλλη, στην κοινότητα των εκλεκτών, κατ’ αρχήν όχι επί αυτού του κόσμου, αλλά πάντως σωσμένων και οι οποίοι μπορούν να έχουν έμμεσες ενδείξεις περί αυτού. Ο Αυγουστίνος διαβεβαιώνει το δυτικό άνθρωπο, ότι τουλάχιστον όσο είναι χριστιανός, δε θα μπορεί να στέκεται έξω από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας και ότι η Ιστορία δε θα είναι απλώς η μοίρα του αλλά η επαλήθευση ότι η ανθρωπότητα είναι τελικώς προορισμένη να σωθεί «εν μέρει», ή καλύτερα, «αντιπροσωπευτικώς».
Αλλά η βάσανος δεν εξαντλείται εδώ. Το κολοσσιαίο αυτό θεολογικό σύστημα θέλει τον άνθρωπο να έχει ως εσώτατο πυρήνα του τη βούληση, όλη την ιστορική αλλά και γνωσιολογική δυνατότητα της ανθρωπότητας να θεμελιώνεται στην ελεύθερη βούληση ενώ την ίδια στιγμή ο προκαθορισμός την αχρηστεύει, την ακυρώνει. Ποτέ άλλοτε δεν καλλιεργήθηκε τόσο συστηματικά η βουλησιαρχία όσο από τη στιγμή που ο Αυγουστίνος την εγκαθιστά στο φιλοσοφικό στερέωμα. Και ποτέ άλλοτε δε διατυπώθηκε τόσο κυνικά ο διχασμός ως μοιραίο και μη θεραπεύσιμο ελάττωμα του ανθρώπου ο διχασμός. Προικίζει τον άνθρωπο με τόση ελεύθερη βούληση ώστε να φορτώνεται την ευθύνη του προπατορικού αμαρτήματος (και μόνο κατά τούτο του αναγνωρίζεται η ενότητά του) αλλά στη συνέχεια ο Θεός αφαιρεί την ελεύθερη εκλογή διότι εκείνος έχει αποφασίσει ήδη από τη δημιουργία του κόσμου σε ποιους θα χορηγήσει τη Χάρη του. Οι μη εκλεκτοί δεν θα σωθούν ποτέ. Το δόγμα του προκαθορισμού που θεμελίωσε ο Αυγουστίνος καθιστά τη βούληση αποκλειστικό όργανο του Θεού, όχι του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αμαρτάνει ή πράττει το καλό κάτω από έναν αδυσώπητο δυϊστικό ντετερμινισμό: την αμαρτωλή φύση του ή τη Χάρη του Θεού.
Την ίδια στιγμή που ο Αυγουστίνος αφαιρεί την ελευθερία από τις ιδιότητες του ανθρώπου, καθιστά κεντρικό θεμέλιο της θεολογίας του τη βούληση, υπό τον όρο όμως να κινείται ασυμπτωτικά με τη γνώση. Η βούληση επεμβαίνει στη γνώση ως intentio animi, είναι θεμελιώδης τόσο στην παράσταση όσο και στην κρίση αλλά η ίδια δεν καθορίζεται από γνωστικά ή διανοητικά κίνητρα. Η βούληση καθορίζεται μόνο από το Θεό, ο οποίος παραχωρεί στον άνθρωπο τόση όση του είναι αναγκαία για να αποδείξει την πίστη του. Η βούληση και όχι η γνώση είναι το όχημα για να ατενίσει ο άνθρωπος τη θεϊκή αλήθεια. Ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του μόνο σε όποιον έχει τις βουλητικές ιδιότητες του ήθους και της αξιωσύνης. Ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πατέρας του προτεσταντισμού.
Αλλά, με ασυνήθιστη διορατικότητα, ο Αυγουστίνος δημιουργεί μια ιστορική τομή. Αντιλαμβάνεται τη δυναμική των ιστορικών εξελίξεων. Ο κόσμος θα αλλάζει εκ θεμελίων στην ιστορική του διαδρομή. Και στον Αυγουστίνο είναι σαφές ότι μπροστά υπάρχει μια τεράστια τέτοια διαδρομή. Ξεδιπλώνεται πρωτόγνωρα το βάθος του ιστορικού χρόνου. Απ’ την άλλη, η ιστορικότητα αυτή, με τις αβεβαιότητες που περικλείει, δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς έναν ασφαλή και σταθερό θεσμό. Η οξυδέρκεια του Αυγουστίνου συνίσταται στη διαπίστωση της ρευστότητας και της μεταβλητότητας των πολιτικών δομών του δυτικού κόσμου. Η πόλη-κράτος έχει τελειώσει. Η αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη εντροπία. Εφευρίσκει έτσι ιστορικά το πρώτο Υποκείμενο της Ιστορίας που δεν θα είναι φυλετικό (διότι σ’ αυτό προηγούνται οι Εβραίοι). Αυτό το υποκείμενο προσδιορίζεται με όρους ιστορικούς – φιλοσοφικούς και είναι το μόνο που μπορεί να αναλάβει την αποστολή της πορείας προς στο τέλος της ιστορίας. Το υποκείμενο αυτό το επανδρώνουν θεωρητικά όλοι οι πιστοί αλλά ο πυρήνας του αποτελείται από εκείνους που ο Θεός έχει προαποφασίσει ότι εν τέλει θα σωθούν. Αυτή η θεϊκή βούληση είναι άγνωστη ακόμη και στους ίδιους τους προκαθορισμένους να σωθούν. Κανείς δεν γνωρίζει πόσοι ή ποιοι. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια πρώτη κοσμική «εξιδανίκευση» του πολιτικού αιτήματος της δημοκρατίας και της ισονομίας. Οι πιστοί μπορούν να ψάχνονται αναμεταξύ τους όσο θέλουν, τυπικά έχει δημιουργηθεί το ιδεολόγημα των «ίσων ευκαιριών», οι οποίες είναι τέτοιες ακριβώς γιατί στο υπόβαθρο υπάρχει η ανισότητα. Στο μεταξύ, όμως, χρειάζεται ένας διαμεσολαβητής μεταξύ του μυστικιστικού αυτού ιστορικού υποκειμένου και του ευρύτατου σώματος των πιστών. Αυτός θα είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, η οποία δεν είναι απλώς ένα forum της κοινότητας των πιστών, δεν αποτελεί ένα δευτεροβάθμιο όργανο των πρωτοχριστιανικών λατρευτικών συγκεντρώσεων, δεν είναι μια θρησκευτική έκφραση της εκκλησίας του Δήμου αλλά το μεγάλο όχημα διαμεσολάβησης και καθοδήγησης στην αινιγματική διαδρομή της ιστορίας. Ο Αυγουστίνος εκφράζει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του χριστιανισμού στην πολιτική και το κράτος, επειδή σ’ αυτά τα πεδία δεν είναι εφικτή η υπέρβαση των ορίων του νόμου και του δικαίου. Ένας πολιτισμένος κόσμος που θα άρχιζε να φιλοσοφεί από τόσο παλιά σε θέματα δημοκρατίας και πλούτου, και μάλιστα σε πλαίσια μεγάλων αυτοκρατοριών, θα ήταν πιθανό να σταδιακά να αποκαθιστά πολλούς μεγάλους διχασμούς. Ιδέα που ο Αυγουστίνος δεν ήθελε ούτε να τη φαντάζεται. Για τον Αυγουστίνο το κράτος είναι συνέπεια της πτώσης.
Η ίδια η Εκκλησία καλείται να απορροφήσει όλες τις αντιφάσεις, να αποκρύψει όλους τους διχασμούς, και την ίδια στιγμή θέτει και να διαδίδει τιτάνεια και άλυτα ζητήματα που υπόσχεται να απαντήσει, να εξηγήσει, να πείσει. Πρέπει, συνεπώς, ο Αυγουστίνος να δημιουργήσει μια ειδική θεολογία. Υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο πρέπει να καταφύγει σ’ ένα δανεισμό και πάλι εκλεκτικιστικό. Από τον Πλάτωνα θα χρησιμοποιήσει ό,τι εναρμονίζεται με τη διδασκαλία του για την πίστη και θα τον αντιληφθεί ως πηγή μιας μυστικιστικής βουλησιοκρατίας. Από τον Αριστοτέλη θα αντλήσει ιδέες για τη συγκρότηση του λογικού φιλοσοφικού συστήματος της Εκκλησίας, δηλαδή για μια γενικότερη θεολογία.
Μπορεί να νομίζεται ότι ο Αυγουστίνος υπήρξε σπουδαίος συγκεραστής χριστιανισμού, πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψης (κατά τη γνώμη μου και ενός κρυφού επικουρισμού). Ίσως, όμως, στο βάθος να επεδίωκε να εξορίσει την έννοια της αρχαίας ελληνικής πόλης ως το πλεόν επικίνδυνο ζήτημα για συζήτηση (δεν ήταν τυχαίο ότι ο παπισμός ευνόησε αυτό που ο Αυγουστίνος θα έβλεπε με καχυποψία: τις πόλεις της Αναγέννησης). Από την Ελλάδα δανείστηκε ελάχιστα, αφού εξάλλου δεν τη γνώριζε. Ωστόσο, οι μακρινοί απόηχοι της ελληνικής φιλοσοφίας υπήρξαν αρκετοί, όπως θα δούμε, για να ηχήσουν ως σάλπιγγες στα αυτιά των επιγόνων του προδρόμου της Μεταρρύθμισης.
Αυτό που είναι παράξενο στη μεσαιωνική φιλοσοσφία είναι ο τρόπος που μεταδίδεται και χρησιμοποιείται η ελληνική σκέψη. Εξ αυτού και διάφορα "παράδοξα", όπως, ότι ο γερμανικός μυστικισμός, δια μέσου της εσωτερικότητας και της βούλησης του Αυγουστίνου απολήγει στον Πλάτωνα, ενώ, ταυτόχρονα η στροφή προς τη φυσική επιστήμη και την πραγματολογία (π.χ. Βερνάρδος της Chartres) γίνεται επίσης στο όνομα του Πλάτωνα!
Θάνος Κωτσόπουλος
Ας δούμε σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά αυτής της Πράξης. Ανατίθεται ρητά στο δυτικό άνθρωπο το καθήκον και η ευθύνη να συνοδοιπορήσει με το αδιανόητο: να επιλύσει αυτός -ως ανθρώπινη πολιτεία- ένα πρόβλημα που δημιούργησε αποκλειστικά ο Θεός. Βάζει στο δυτικό άνθρωπο το αβάσταχτο χρέος να διχάσει ο ίδιος όλη την ανθρωπότητα από τη μια σε ένα μέρος αιώνια καταδικασμένο στην κατωτερότητα της πτώσης, ένα μέρος το οποίο δε θα σωθεί ποτέ, γιατί ο Θεός έτσι θέλησε: να μην του δώσει ποτέ τη Χάρη του. Κι απ’ την άλλη, στην κοινότητα των εκλεκτών, κατ’ αρχήν όχι επί αυτού του κόσμου, αλλά πάντως σωσμένων και οι οποίοι μπορούν να έχουν έμμεσες ενδείξεις περί αυτού. Ο Αυγουστίνος διαβεβαιώνει το δυτικό άνθρωπο, ότι τουλάχιστον όσο είναι χριστιανός, δε θα μπορεί να στέκεται έξω από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας και ότι η Ιστορία δε θα είναι απλώς η μοίρα του αλλά η επαλήθευση ότι η ανθρωπότητα είναι τελικώς προορισμένη να σωθεί «εν μέρει», ή καλύτερα, «αντιπροσωπευτικώς».
Αλλά η βάσανος δεν εξαντλείται εδώ. Το κολοσσιαίο αυτό θεολογικό σύστημα θέλει τον άνθρωπο να έχει ως εσώτατο πυρήνα του τη βούληση, όλη την ιστορική αλλά και γνωσιολογική δυνατότητα της ανθρωπότητας να θεμελιώνεται στην ελεύθερη βούληση ενώ την ίδια στιγμή ο προκαθορισμός την αχρηστεύει, την ακυρώνει. Ποτέ άλλοτε δεν καλλιεργήθηκε τόσο συστηματικά η βουλησιαρχία όσο από τη στιγμή που ο Αυγουστίνος την εγκαθιστά στο φιλοσοφικό στερέωμα. Και ποτέ άλλοτε δε διατυπώθηκε τόσο κυνικά ο διχασμός ως μοιραίο και μη θεραπεύσιμο ελάττωμα του ανθρώπου ο διχασμός. Προικίζει τον άνθρωπο με τόση ελεύθερη βούληση ώστε να φορτώνεται την ευθύνη του προπατορικού αμαρτήματος (και μόνο κατά τούτο του αναγνωρίζεται η ενότητά του) αλλά στη συνέχεια ο Θεός αφαιρεί την ελεύθερη εκλογή διότι εκείνος έχει αποφασίσει ήδη από τη δημιουργία του κόσμου σε ποιους θα χορηγήσει τη Χάρη του. Οι μη εκλεκτοί δεν θα σωθούν ποτέ. Το δόγμα του προκαθορισμού που θεμελίωσε ο Αυγουστίνος καθιστά τη βούληση αποκλειστικό όργανο του Θεού, όχι του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αμαρτάνει ή πράττει το καλό κάτω από έναν αδυσώπητο δυϊστικό ντετερμινισμό: την αμαρτωλή φύση του ή τη Χάρη του Θεού.
Την ίδια στιγμή που ο Αυγουστίνος αφαιρεί την ελευθερία από τις ιδιότητες του ανθρώπου, καθιστά κεντρικό θεμέλιο της θεολογίας του τη βούληση, υπό τον όρο όμως να κινείται ασυμπτωτικά με τη γνώση. Η βούληση επεμβαίνει στη γνώση ως intentio animi, είναι θεμελιώδης τόσο στην παράσταση όσο και στην κρίση αλλά η ίδια δεν καθορίζεται από γνωστικά ή διανοητικά κίνητρα. Η βούληση καθορίζεται μόνο από το Θεό, ο οποίος παραχωρεί στον άνθρωπο τόση όση του είναι αναγκαία για να αποδείξει την πίστη του. Η βούληση και όχι η γνώση είναι το όχημα για να ατενίσει ο άνθρωπος τη θεϊκή αλήθεια. Ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του μόνο σε όποιον έχει τις βουλητικές ιδιότητες του ήθους και της αξιωσύνης. Ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πατέρας του προτεσταντισμού.
Αλλά, με ασυνήθιστη διορατικότητα, ο Αυγουστίνος δημιουργεί μια ιστορική τομή. Αντιλαμβάνεται τη δυναμική των ιστορικών εξελίξεων. Ο κόσμος θα αλλάζει εκ θεμελίων στην ιστορική του διαδρομή. Και στον Αυγουστίνο είναι σαφές ότι μπροστά υπάρχει μια τεράστια τέτοια διαδρομή. Ξεδιπλώνεται πρωτόγνωρα το βάθος του ιστορικού χρόνου. Απ’ την άλλη, η ιστορικότητα αυτή, με τις αβεβαιότητες που περικλείει, δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς έναν ασφαλή και σταθερό θεσμό. Η οξυδέρκεια του Αυγουστίνου συνίσταται στη διαπίστωση της ρευστότητας και της μεταβλητότητας των πολιτικών δομών του δυτικού κόσμου. Η πόλη-κράτος έχει τελειώσει. Η αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη εντροπία. Εφευρίσκει έτσι ιστορικά το πρώτο Υποκείμενο της Ιστορίας που δεν θα είναι φυλετικό (διότι σ’ αυτό προηγούνται οι Εβραίοι). Αυτό το υποκείμενο προσδιορίζεται με όρους ιστορικούς – φιλοσοφικούς και είναι το μόνο που μπορεί να αναλάβει την αποστολή της πορείας προς στο τέλος της ιστορίας. Το υποκείμενο αυτό το επανδρώνουν θεωρητικά όλοι οι πιστοί αλλά ο πυρήνας του αποτελείται από εκείνους που ο Θεός έχει προαποφασίσει ότι εν τέλει θα σωθούν. Αυτή η θεϊκή βούληση είναι άγνωστη ακόμη και στους ίδιους τους προκαθορισμένους να σωθούν. Κανείς δεν γνωρίζει πόσοι ή ποιοι. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια πρώτη κοσμική «εξιδανίκευση» του πολιτικού αιτήματος της δημοκρατίας και της ισονομίας. Οι πιστοί μπορούν να ψάχνονται αναμεταξύ τους όσο θέλουν, τυπικά έχει δημιουργηθεί το ιδεολόγημα των «ίσων ευκαιριών», οι οποίες είναι τέτοιες ακριβώς γιατί στο υπόβαθρο υπάρχει η ανισότητα. Στο μεταξύ, όμως, χρειάζεται ένας διαμεσολαβητής μεταξύ του μυστικιστικού αυτού ιστορικού υποκειμένου και του ευρύτατου σώματος των πιστών. Αυτός θα είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, η οποία δεν είναι απλώς ένα forum της κοινότητας των πιστών, δεν αποτελεί ένα δευτεροβάθμιο όργανο των πρωτοχριστιανικών λατρευτικών συγκεντρώσεων, δεν είναι μια θρησκευτική έκφραση της εκκλησίας του Δήμου αλλά το μεγάλο όχημα διαμεσολάβησης και καθοδήγησης στην αινιγματική διαδρομή της ιστορίας. Ο Αυγουστίνος εκφράζει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του χριστιανισμού στην πολιτική και το κράτος, επειδή σ’ αυτά τα πεδία δεν είναι εφικτή η υπέρβαση των ορίων του νόμου και του δικαίου. Ένας πολιτισμένος κόσμος που θα άρχιζε να φιλοσοφεί από τόσο παλιά σε θέματα δημοκρατίας και πλούτου, και μάλιστα σε πλαίσια μεγάλων αυτοκρατοριών, θα ήταν πιθανό να σταδιακά να αποκαθιστά πολλούς μεγάλους διχασμούς. Ιδέα που ο Αυγουστίνος δεν ήθελε ούτε να τη φαντάζεται. Για τον Αυγουστίνο το κράτος είναι συνέπεια της πτώσης.
Η ίδια η Εκκλησία καλείται να απορροφήσει όλες τις αντιφάσεις, να αποκρύψει όλους τους διχασμούς, και την ίδια στιγμή θέτει και να διαδίδει τιτάνεια και άλυτα ζητήματα που υπόσχεται να απαντήσει, να εξηγήσει, να πείσει. Πρέπει, συνεπώς, ο Αυγουστίνος να δημιουργήσει μια ειδική θεολογία. Υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο πρέπει να καταφύγει σ’ ένα δανεισμό και πάλι εκλεκτικιστικό. Από τον Πλάτωνα θα χρησιμοποιήσει ό,τι εναρμονίζεται με τη διδασκαλία του για την πίστη και θα τον αντιληφθεί ως πηγή μιας μυστικιστικής βουλησιοκρατίας. Από τον Αριστοτέλη θα αντλήσει ιδέες για τη συγκρότηση του λογικού φιλοσοφικού συστήματος της Εκκλησίας, δηλαδή για μια γενικότερη θεολογία.
Μπορεί να νομίζεται ότι ο Αυγουστίνος υπήρξε σπουδαίος συγκεραστής χριστιανισμού, πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψης (κατά τη γνώμη μου και ενός κρυφού επικουρισμού). Ίσως, όμως, στο βάθος να επεδίωκε να εξορίσει την έννοια της αρχαίας ελληνικής πόλης ως το πλεόν επικίνδυνο ζήτημα για συζήτηση (δεν ήταν τυχαίο ότι ο παπισμός ευνόησε αυτό που ο Αυγουστίνος θα έβλεπε με καχυποψία: τις πόλεις της Αναγέννησης). Από την Ελλάδα δανείστηκε ελάχιστα, αφού εξάλλου δεν τη γνώριζε. Ωστόσο, οι μακρινοί απόηχοι της ελληνικής φιλοσοφίας υπήρξαν αρκετοί, όπως θα δούμε, για να ηχήσουν ως σάλπιγγες στα αυτιά των επιγόνων του προδρόμου της Μεταρρύθμισης.
Αυτό που είναι παράξενο στη μεσαιωνική φιλοσοσφία είναι ο τρόπος που μεταδίδεται και χρησιμοποιείται η ελληνική σκέψη. Εξ αυτού και διάφορα "παράδοξα", όπως, ότι ο γερμανικός μυστικισμός, δια μέσου της εσωτερικότητας και της βούλησης του Αυγουστίνου απολήγει στον Πλάτωνα, ενώ, ταυτόχρονα η στροφή προς τη φυσική επιστήμη και την πραγματολογία (π.χ. Βερνάρδος της Chartres) γίνεται επίσης στο όνομα του Πλάτωνα!
Θάνος Κωτσόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)