Βασική θέση του κειμένου αποτελεί ότι ο πατριωτισμός και η εθνική αλληλεγγύη είναι έννοιες που μπορούν και πρέπει να είναι νοητές ως συμβατές με τη δημοκρατία, την πολιτική και ατομική ελευθερία, τα κοινωνικά δικαιώματα και το σεβασμό της ετερότητας.
Το δημοκρατικό εθνικό κράτος αποτελεί σήμερα τη μόνη υπαρκτή μορφή οργανωμένης πολιτικής εξουσίας και μπορεί να γίνει δεκτό ως το πλαίσιο και η βασική μονάδα οργάνωσης των κοινωνιών και διεθνούς συνύπαρξης εφόσον λειτουργεί δημοκρατικά, εγγυάται τις ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα, ικανοποιεί τον πολίτη.
Κράτος στο οποίο, γενικά, συμπεριλαμβάνεται μια θεμελιώδης εθνική πλειονότητα και ενδεχόμενες εθνικές μειονότητες ή μεμονωμένοι πολίτες διαφορετικής εθνικής ή φυλετικής καταγωγής.
Η σχέση της εθνικής και της κοινωνικής συνείδησης και ιδίως η ιδεοληψία της ταύτισής τους υπήρξε πάντα ένα στοίχημα προκλητικό όσο και επικίνδυνο. Επιζητήθηκε τόσο από τις εθνοκεντρικές όσο και από τις κοσμοπολιτικές προσεγγίσεις η σχέση τους να είναι αμφίδρομη. Ιδίως μάλιστα όπου κράτος, κοινωνία και έθνος δεν συμπίπτουν.
Στο σημείο αυτό μπορεί να τεθεί ως υπόθεση εργασίας η εξής παραδοχή: (α) όσο μικρότερη είναι η απόσταση εξουσίας – λαού (β) όσο περισσότερη είναι η σύμπτωση «εθνικού» και «συλλογικού» συμφέροντος (γ) όσο περισσότερη κοινωνική διαφοροποίηση μπορεί να συμπεριλάβει το εθνικό συμφέρον και τέλος (δ) όσο λιγότερο εκπέσει το κοινωνικό συμφέρον εν ονόματι της εξυπηρέτησης του εθνικού, τόσο το καλύτερο από την άποψη της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας αλλά και της μεγιστοποίησης του συλλογικού συμφέροντος. Τόσο περισσότερο βελτιστοποιείται η σχέση εθνικής και κοινωνικής συνείδησης, η σχέση μεταξύ εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης.
Ένα ζήτημα είναι κατά πόσο το δίπολο εθνική – κοινωνική αλληλεγγύη ανατροφοδοτείται θετικά ή αρνητικά. Όταν π.χ. η εθνική αλληλεγγύη μετατρέπεται σε φροντίδα μόνο για τους «δικούς μας» και όχι για τους «ξένους» τότε το δίπολο τροφοδοτείται εθνοκεντρικά, αρνητικά. Το ίδιο και για το αντίθετο, όταν, μέσω ενός κοσμοπολιτικού καθωσπρεπισμού, η μέριμνα και η ευαισθησία για τους «ξένους» είναι περισσότερη από εκείνη για τους «δικούς μας». Απ’ την άλλη, θετική ανατροφοδότηση του δίπολου μπορεί να υπάρχει όταν η εθνική και η κοινωνική αλληλεγγύη ισορροπούν, μέσα από την αναγνώριση «της ιδιότητας του πολίτη». Οπότε, η προαγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης λειτουργεί ως προϋπόθεση για την μεγιστοποίηση της εθνικής.
Η επίκληση του πατριωτισμού/εθνικής αλληλεγγύης μπορεί να διολισθήσει (όπως γίνεται συχνά) σε ένα λόγο εθνικιστικό. Το κοινό έχει γίνει , φυσικά, ιδιαίτερα επιφυλακτικό ή και φοβικό απέναντι στην πατριωτική ρητορεία συνδέοντάς την με εθνικιστικές συνδηλώσεις. Ο πατριωτισμός εκλαμβάνεται σαν όχημα του εθνικισμού. Πολλοί φοβούνται ότι η «εθνική αλληλεγγύη» μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε εθνοκεντρισμό, ξενοφοβία και ρατσισμό.
Μπορούμε καταρχήν να δεχτούμε ότι η υιοθέτηση αρχών που εντάσσονται στον ελληνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό εξασφαλίζει το συνδυασμό πατριωτισμού/εθνικής αλληλεγγύης με ένα φιλελεύθερο –πολιτικά– πρόσημο.
Πολύ περισσότερο, όσο βαθύτερη και κοινωνικά εμπεδωμένη είναι η δημοκρατική διαδικασία και η ενεργός συμμετοχή του πολίτη.
Η ιδιότητα του μέλους μιας χώρας στην Ε.Ε. θεωρητικά, ως ζητούμενο, πρέπει να ενισχύει το δίπολο αυτό. Η πρακτική των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών αυτό δείχνει. Όχι όμως, δυστυχώς, της Ελλάδας.
Οι περισσότεροι αποδέχονται, θεωρητικά, μια «κόκκινη γραμμή», ένα ανελαστικό όριο του οποίου η παραβίαση ορίζει το θεμιτό μιας «εθνικής αντίδρασης», κατά βάση αμυντικής (π.χ. παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας). Υπάρχουν όμως και ελαστικά όρια, όπως όταν μια χώρα εντάσσεται σε διεθνείς συνασπισμούς ή συσσωματώσεις και συναινεί στην εκχώρηση ορισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων της έναντι σημαντικών ανταλλαγμάτων που προάγουν το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική ευημερία (όπως π.χ. με την Ε.Ε.). Στην περίπτωση αυτή κρίνεται πολιτικά το ωφέλιμο ή μη αυτών των παραχωρήσεων ενώ (τυπικά) διατηρούνται δικαιώματα της εθνικής κυριαρχίας (π.χ. αρνησικυρία ή έξοδος).
Η διεθνής ιστορία όμως είναι γνωστή σε όλους. Βρίθει περιπτώσεων ωμών αποικιοκρατικού τύπου εκβιασμών που εξαναγκάζουν τις μικρές χώρες να υπονομεύουν τα εθνικά τους συμφέροντα και μονίμως να υποκύπτουν στις ορέξεις ιμπεριαλιστικών κοσμοπολιτικών κέντρων.
Συνεπώς, το κριτήριο του εθνικού συμφέροντος, όπως και του δημοσίου είναι μαχητό τεκμήριο και παραπέμπει σε μεγέθη εμπειρικά, μετρήσιμα. Υπόκειται σε δημοκρατικό, ορθολογικό, πολιτικό έλεγχο. Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και μετά την παρέλευση των παλαιότερων «θυμικών» αντιδράσεων εναντίον τους, εξακολουθούν να μη πείθουν, ούτε «ορθολογικά», ότι εγγυώνται την «κόκκινη γραμμή» για την Ελλάδα.
Όντως, ο πατριωτισμός και η εθνική αλληλεγγύη πρέπει να νοούνται όσο το δυνατό απαλλαγμένα από αυθορμητισμούς ή μη κριτικές σταθμίσεις. Φυσικά, αυτό είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο. Μέχρι σήμερα στον τόπο μας έχει γίνει κατάχρηση τόσο του πατριωτισμού όσο και της λήθης του. Οπότε, σημασία έχει να επιδιωχθεί μια νέα αντιμετώπιση. Τα πατριωτικά συναισθήματα είναι ανεκτίμητα. Πρέπει όμως να μην ενεργοποιούνται πριν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια της σωφροσύνης και της λογικής. Η εκτίμηση π.χ. πότε η «ψύχραιμη» αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων καταλήγει σε ανοχή ή ενδοτισμό και ποια είναι η καλύτερη αντίδραση θα πρέπει να τίθεται σε δημόσιο διάλογο επιχειρημάτων και όχι σε μια επιφανειακή πατριωτική ρητορεία. Αλλά όλη αυτή η διαδικασία θα πρέπει να καταλήγει στην έκφραση μιας βούλησης η οποία θέτει όρια, μεθοδεύει αντιδράσεις και γίνεται αντιληπτή ως εθνική, συλλογική και στιβαρή. Η Ελλάδα, μετά από μακροχρόνια συγκαταβατικότητα, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να λέει «ως εδώ».
Απ’ την άλλη πλευρά, πατριωτισμός, ιδιαίτερα σε «πονηρούς καιρούς», όπως είναι η παρούσα στιγμή, δε σημαίνει μόνο αμυντική επαγρύπνηση απέναντι σε εχθρικές επιβουλές αλλά και φροντίδα για πολίτες ικανοποιημένους, αξιοπρεπείς, συμμέτοχους στη διακυβέρνηση της χώρας τους. Εθνική αλληλεγγύη σημαίνει κοινωνική αλληλεγγύη, δηλαδή κράτος πρόνοιας, κοινωνική πολιτική, αναδιανομή του εισοδήματος, φροντίδα της περιφέρειας. Οι λαοί, οι κοινωνίες έχουν ανάγκη την ειρήνη, την ευημερία και τη θεσμική επίλυση των εσωτερικών και εξωτερικών διαφορών. Απορρίπτουν τις εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ λαών οι οποίες τροφοδοτούνται από την έξαρση του εθνικισμού. Αλλά έχουν «κόκκινες γραμμές», έχουν αξιοπρέπεια. Το όριο μεταξύ διεθνιστικής αλληλεγγύης και υπεράσπισης της πατρίδας ήταν πάντα όχι απλώς πολύ λεπτό αλλά μια «σπαζοκεφαλιά», ιδίως για τους διανοούμενους. Ήταν όμως ένα πεπρωμένο για τα «λαϊκά» κοινωνικά στρώματα που ενώ ως «πολίτες» πολύ λίγο απολάμβαναν τα αγαθά του εθνικού «τους» κράτους θυσιάστηκαν απλόχερα για την πατρίδα τους.
Θάνος Κωτσόπουλος
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ Ο ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Είναι εκείνος που οραματίζεται έναν κόσμο στον οποίο θα αναγνωρίζεται η αξία του κάθε ατόμου, ενός κόσμου που βασίζει την πολιτική διεύθυνση και τις διεθνείς σχέσεις στις ηθικές αρχές και αξίες του ανθρωπισμού.
Απαιτεί για όλους ένα ικανοποιητικό και οπωσδήποτε αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης (διατροφής, στέγασης, ένδυσης, υγείας).
Τοποθετεί την αξία του ανθρώπου πάνω από τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ανθρώπινης ζωής πάνω από οποιοδήποτε άλλο σκοπό.
Διεκδικεί τη γενική, δημόσια και δωρεάν παιδεία την οποία θεωρεί, μαζί με την ελευθερία της τέχνης και της έκφρασης συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής συγκρότησης.
Διεκδικεί ίσες ευκαιρίες για όλους και μάχεται για την κατάργηση κάθε είδους κοινωνικής διάκρισης.
Σέβεται τις πεποιθήσεις καθενός, ανέχεται το διαφορετικό και πιστεύει στον δημοκρατικό διάλογο.
Χαρακτηρίζει τον εαυτό του ριζοσπάστη κατά τούτο: επιδιώκει τολμηρές αλλαγές στη νομοθεσία και στο σύστημα διακυβέρνησης προκειμένου να ικανοποιηθούν ανθρώπινες ανάγκες και δεν αρκείται σε μικρές διευθετήσεις που αναπαράγουν τον συντηρητισμό.
Δεν αδιαφορεί ωστόσο για κάθε επιμέρους και μικρή βελτίωση και αντιμετωπίζει ευνοϊκά την προώθηση μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με την αρχή της μετατροπής των αντιθέσεων σε θετικές ενέργειες.
Έχει όμως έναν σαφή μακρόπνοο προσανατολισμό: την κατάργηση του κυριότερου αιτίου γι αυτόν τον μη ανθρώπινο κόσμο, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Έχει επίγνωση ότι χωρίς σκληρούς κοινωνικούς αγώνες μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας του τίμιου μόχθου και της ολιγαρχικής ελίτ της κερδοσκοπίας δεν θα κερδηθούν ουσιαστικά δικαιώματα και δεν θα κρατηθούν οι κατακτήσεις. Ο ρόλος επομένως της δύναμης: κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής πρέπει να αναγνωρίζεται και να θεωρείται προαπαιτούμενο στην αναμέτρηση με την αλόγιστη κερδοφορία. Όσο λιγότερο ισχυρό είναι το ριζοσπαστικό μέτωπο τόσο λιγότερο αυτόνομα μπορούν να καθορίζονται οι επιλογές του.
Μέσα σ’ αυτό πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα της προάσπισης της αυτονομίας του εθνικού χώρου απέναντι στις απειλές που προέρχονται από στρατηγικούς σχεδιασμούς του μεγάλου κοσμοπολιτικού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας, της ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας οποιουδήποτε λαού.
Χαρακτηρίζει τον εαυτό του προοδευτικό γιατί αναγνωρίζει ότι τόσο οι μικρές όσο και οι μεγαλύτερες αλλαγές δεν θα ευδοκιμήσουν αν προκληθούν με βίαιες μεθόδους, χωρίς τη συναίνεση της κοινωνίας. Ο προοδευτικός ριζοσπάστης καλλιεργεί συνειδητά τις δυνατότητες φιλίας και συνδιαλλαγής, της εποικοδομητικής κριτικής και των συμπράξεων.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αποκωδικοποιεί τα μηνύματα της γλώσσας της βίας και ότι δεν διακρίνει αφενός μεν την κατασταλτική κρατική βία και αφετέρου τα ξεσπάσματα των αδικημένων και στερημένων. Αποδέχεται όμως εντέλει τη δημοκρατία και τον διάλογο ως τον μόνο τρόπο για να λύσει η κοινωνία με υπομονή και επιμονή τα προβλήματά της. Πιστεύει με αισιοδοξία στις δυνατότητες τόσο της λογικής όσο και του συναισθήματος να εμπεδώσουν στη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας την ορθότητα και αναγκαιότητα της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ειρηνικής συνύπαρξης και των φιλικών σχέσεων ανθρώπινου και φυσικού κόσμου, αξίες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το καπιταλιστικό σύστημα.
Κατά τούτο οφείλει να βρίσκεται κοντά στο λαό, ούτε ως λαϊκιστής, αλλά ούτε και ως αλαζονική "πρωτοπορία". Η πρόοδος συντελείται με βάση μια συλλογική συνείδηση στη διαμόρφωση της οποίας συνεπιδρούν εποικοδομητικά όχι μόνο ηγετικές δυνάμεις από το πολιτικό, το επιστημονικό ή το καλλιτεχνικό πεδίο αλλά και από την όσο περισσότερο αμεσοδημοκρατική έκφραση των «απλών» πολιτών, της βάσης. Επιδιώκει επομένως τη σταδιακή μείωση της διαμεσολάβησης και την ανάδειξη του πολίτη σε κεντρικό πολιτικό υποκείμενο. Είναι αντίθετος σε ηγεμονικές, δογματικές και γραφειοκρατικές πρακτικές. Απορρίπτει μια κριτική που αφήνει το πεδίο μάχης γεμάτο πτώματα και ένα μοναδικό νικητή.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι ο προοδευτικός ριζοσπάστης αναγνωρίζει τον καίριο και καταλυτικό ρόλο της οργανωμένης δράσης. Δεν εγκαταλείπει τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης στα ΜΜΕ και τους καθεστωτικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφήσει τη μοίρα της κοινωνικής αλλαγής στα δοκιμασμένα κοινοβουλευτικά κόμματα (φιλελεύθερα ή σοσιαλδημοκρατικά), πόσο μάλλον όταν αυτά παρουσιάζουν μονολιθική προσαρμογή στις κυρίαρχες συνταγές του νεοφιλελευθερισμού, αλλά ότι χρειάζονται ανεξάρτητες, μη κηδεμονευόμενες από μεγάλα συμφέροντα μορφές οργάνωσης.
Ωστόσο, σ’ αυτή τη συγκυρία, στο δίλημμα «κατασκευή νέων επινοημένων πολιτικών μορφωμάτων» ή «πρωτοβουλιακή αυτοργάνωση» μέσα στο πλαίσιο των θεσμών είναι καλύτερο το δεύτερο. Σε μια στιγμή που τόσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσο και στην Ελλάδα, το σύστημα προετοιμάζεται με ανακαινίσεις, νέα σκηνικά, κοστούμια και ρόλους, με απίθανους εθνοσωτήρες γνωστής ή άγνωστης κοπής καλύτερη είναι η δημοκρατική επέμβαση των ίδιων των πολιτών.
Όταν υπάρχουν αιτήματα που προέρχονται και υποστηρίζονται από μαζικές δράσεις, η κριτική στο περιεχόμενό τους έρχεται σε δεύτερη μοίρασε σχέση με το κύριο: την αξία της διεκδικητικής αυτονομίας. Ο ριζοσπαστικός ακτιβισμός έχει αυτή τη στιγμή μια ιδιαίτερη βαρύτητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πλευρές του με σοβαρά μειονεκτήματα. Προέχει όμως η αναζωογόνηση της δημοκρατίας, η επανάκτηση της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις που έχει ο λαός.
Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας αναμφισβήτητα αποδεκτός και ικανός να εκφράσει και να μετουσιώσει τη νέα κατάσταση ο προοδευτικός ριζοσπάστης θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όσο καλύτερα τις διαθέσιμες δυνατότητες. Μόνο η συμμετοχή και οι πρωτοβουλίες των πολιτών και ο δημοκρατικός διάλογος μπορούν να ανακαλύψουν λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα. Υπάρχουν ακόμη και παρέες, συντροφιές ανθρώπων που θέλουν με κάποιο τρόπο να πάρουν μέρος στην υπέρβαση της κρίσης. Υπάρχει και η δυνατότητα του καθενός ως ατόμου. Έχει σημασία για όλους η εμπιστοσύνη στη συλλογική γνώση. Πρέπει να μπει ένα τέλος στα ερείπια της κρίσης. Οι γενιές του 21ου αιώνα πρέπει να δείξουν πως η αισιοδοξία τους ανήκει δικαιωματικά γιατί θα την επιβάλλουν.
Θάνος Κωτσόπουλος
Απαιτεί για όλους ένα ικανοποιητικό και οπωσδήποτε αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης (διατροφής, στέγασης, ένδυσης, υγείας).
Τοποθετεί την αξία του ανθρώπου πάνω από τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ανθρώπινης ζωής πάνω από οποιοδήποτε άλλο σκοπό.
Διεκδικεί τη γενική, δημόσια και δωρεάν παιδεία την οποία θεωρεί, μαζί με την ελευθερία της τέχνης και της έκφρασης συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής συγκρότησης.
Διεκδικεί ίσες ευκαιρίες για όλους και μάχεται για την κατάργηση κάθε είδους κοινωνικής διάκρισης.
Σέβεται τις πεποιθήσεις καθενός, ανέχεται το διαφορετικό και πιστεύει στον δημοκρατικό διάλογο.
Χαρακτηρίζει τον εαυτό του ριζοσπάστη κατά τούτο: επιδιώκει τολμηρές αλλαγές στη νομοθεσία και στο σύστημα διακυβέρνησης προκειμένου να ικανοποιηθούν ανθρώπινες ανάγκες και δεν αρκείται σε μικρές διευθετήσεις που αναπαράγουν τον συντηρητισμό.
Δεν αδιαφορεί ωστόσο για κάθε επιμέρους και μικρή βελτίωση και αντιμετωπίζει ευνοϊκά την προώθηση μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με την αρχή της μετατροπής των αντιθέσεων σε θετικές ενέργειες.
Έχει όμως έναν σαφή μακρόπνοο προσανατολισμό: την κατάργηση του κυριότερου αιτίου γι αυτόν τον μη ανθρώπινο κόσμο, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Έχει επίγνωση ότι χωρίς σκληρούς κοινωνικούς αγώνες μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας του τίμιου μόχθου και της ολιγαρχικής ελίτ της κερδοσκοπίας δεν θα κερδηθούν ουσιαστικά δικαιώματα και δεν θα κρατηθούν οι κατακτήσεις. Ο ρόλος επομένως της δύναμης: κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής πρέπει να αναγνωρίζεται και να θεωρείται προαπαιτούμενο στην αναμέτρηση με την αλόγιστη κερδοφορία. Όσο λιγότερο ισχυρό είναι το ριζοσπαστικό μέτωπο τόσο λιγότερο αυτόνομα μπορούν να καθορίζονται οι επιλογές του.
Μέσα σ’ αυτό πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα της προάσπισης της αυτονομίας του εθνικού χώρου απέναντι στις απειλές που προέρχονται από στρατηγικούς σχεδιασμούς του μεγάλου κοσμοπολιτικού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας, της ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας οποιουδήποτε λαού.
Χαρακτηρίζει τον εαυτό του προοδευτικό γιατί αναγνωρίζει ότι τόσο οι μικρές όσο και οι μεγαλύτερες αλλαγές δεν θα ευδοκιμήσουν αν προκληθούν με βίαιες μεθόδους, χωρίς τη συναίνεση της κοινωνίας. Ο προοδευτικός ριζοσπάστης καλλιεργεί συνειδητά τις δυνατότητες φιλίας και συνδιαλλαγής, της εποικοδομητικής κριτικής και των συμπράξεων.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αποκωδικοποιεί τα μηνύματα της γλώσσας της βίας και ότι δεν διακρίνει αφενός μεν την κατασταλτική κρατική βία και αφετέρου τα ξεσπάσματα των αδικημένων και στερημένων. Αποδέχεται όμως εντέλει τη δημοκρατία και τον διάλογο ως τον μόνο τρόπο για να λύσει η κοινωνία με υπομονή και επιμονή τα προβλήματά της. Πιστεύει με αισιοδοξία στις δυνατότητες τόσο της λογικής όσο και του συναισθήματος να εμπεδώσουν στη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας την ορθότητα και αναγκαιότητα της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ειρηνικής συνύπαρξης και των φιλικών σχέσεων ανθρώπινου και φυσικού κόσμου, αξίες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το καπιταλιστικό σύστημα.
Κατά τούτο οφείλει να βρίσκεται κοντά στο λαό, ούτε ως λαϊκιστής, αλλά ούτε και ως αλαζονική "πρωτοπορία". Η πρόοδος συντελείται με βάση μια συλλογική συνείδηση στη διαμόρφωση της οποίας συνεπιδρούν εποικοδομητικά όχι μόνο ηγετικές δυνάμεις από το πολιτικό, το επιστημονικό ή το καλλιτεχνικό πεδίο αλλά και από την όσο περισσότερο αμεσοδημοκρατική έκφραση των «απλών» πολιτών, της βάσης. Επιδιώκει επομένως τη σταδιακή μείωση της διαμεσολάβησης και την ανάδειξη του πολίτη σε κεντρικό πολιτικό υποκείμενο. Είναι αντίθετος σε ηγεμονικές, δογματικές και γραφειοκρατικές πρακτικές. Απορρίπτει μια κριτική που αφήνει το πεδίο μάχης γεμάτο πτώματα και ένα μοναδικό νικητή.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι ο προοδευτικός ριζοσπάστης αναγνωρίζει τον καίριο και καταλυτικό ρόλο της οργανωμένης δράσης. Δεν εγκαταλείπει τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης στα ΜΜΕ και τους καθεστωτικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφήσει τη μοίρα της κοινωνικής αλλαγής στα δοκιμασμένα κοινοβουλευτικά κόμματα (φιλελεύθερα ή σοσιαλδημοκρατικά), πόσο μάλλον όταν αυτά παρουσιάζουν μονολιθική προσαρμογή στις κυρίαρχες συνταγές του νεοφιλελευθερισμού, αλλά ότι χρειάζονται ανεξάρτητες, μη κηδεμονευόμενες από μεγάλα συμφέροντα μορφές οργάνωσης.
Ωστόσο, σ’ αυτή τη συγκυρία, στο δίλημμα «κατασκευή νέων επινοημένων πολιτικών μορφωμάτων» ή «πρωτοβουλιακή αυτοργάνωση» μέσα στο πλαίσιο των θεσμών είναι καλύτερο το δεύτερο. Σε μια στιγμή που τόσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσο και στην Ελλάδα, το σύστημα προετοιμάζεται με ανακαινίσεις, νέα σκηνικά, κοστούμια και ρόλους, με απίθανους εθνοσωτήρες γνωστής ή άγνωστης κοπής καλύτερη είναι η δημοκρατική επέμβαση των ίδιων των πολιτών.
Όταν υπάρχουν αιτήματα που προέρχονται και υποστηρίζονται από μαζικές δράσεις, η κριτική στο περιεχόμενό τους έρχεται σε δεύτερη μοίρασε σχέση με το κύριο: την αξία της διεκδικητικής αυτονομίας. Ο ριζοσπαστικός ακτιβισμός έχει αυτή τη στιγμή μια ιδιαίτερη βαρύτητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πλευρές του με σοβαρά μειονεκτήματα. Προέχει όμως η αναζωογόνηση της δημοκρατίας, η επανάκτηση της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις που έχει ο λαός.
Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας αναμφισβήτητα αποδεκτός και ικανός να εκφράσει και να μετουσιώσει τη νέα κατάσταση ο προοδευτικός ριζοσπάστης θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όσο καλύτερα τις διαθέσιμες δυνατότητες. Μόνο η συμμετοχή και οι πρωτοβουλίες των πολιτών και ο δημοκρατικός διάλογος μπορούν να ανακαλύψουν λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα. Υπάρχουν ακόμη και παρέες, συντροφιές ανθρώπων που θέλουν με κάποιο τρόπο να πάρουν μέρος στην υπέρβαση της κρίσης. Υπάρχει και η δυνατότητα του καθενός ως ατόμου. Έχει σημασία για όλους η εμπιστοσύνη στη συλλογική γνώση. Πρέπει να μπει ένα τέλος στα ερείπια της κρίσης. Οι γενιές του 21ου αιώνα πρέπει να δείξουν πως η αισιοδοξία τους ανήκει δικαιωματικά γιατί θα την επιβάλλουν.
Θάνος Κωτσόπουλος
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008
ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΕΤΣΙ...
Ο θλιβερά προφητικός τίτλος της προηγούμενης ανάρτησης δε έπρεπε να επαληθευτεί με αυτόν τον τρόπο αμέσως κιόλας την επόμενη μέρα. Ας μην προσθέσω όμως κάτι άλλο γιατί τα δάκρυα και ο θρήνος περίσσεψαν πια για τον Αλέξη. Ας τιμηθεί η μνήμη του με τα σωστά διδάγματα.
Το δολοφονικό αυτό χέρι δεν το όπλισε απλώς η αστυνομοκρατία των Εξαρχείων και είναι λάθος να μείνει κανείς εκεί. Δεν το όπλισε μόνο το φαύλο και ανάλγητο κράτος (των εξυπνάκηδων και των κομπιναδόρων πολιτικάντηδων) που θυμάται τους νόμους μόνο σε βάρος των απεργών, των σπουδαστών και των κινημάτων.
Το όπλισε, δυστυχώς, η πανουργία μιας ιστορικής στιγμής για να υπογραμμιστεί το ασυγχώρητο και απροχώρητο των συνθηκών. Αυτός ο πυροβολισμός δεν ήταν «ανόητος» για μας αλλά μόνο για τους ηθικούς αυτουργούς του, γιατί χάλασε τα σχέδια των επιδέξιων χειρισμών της οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Σε μια στιγμή που οι τράπεζες έπαιζαν το χαρτί τους και το Βατοπέδι κατέληγε σε μια παρτίδα κοινοβουλευτικού πόκερ, ένας ηλίθιος «μπάτσος» τα «θαλάσσωσε».
Δεν είναι ο μεμονωμένος φονιάς-μπάτσος που εκπροσωπεί την ουσία της κρατικής βίας, μολονότι ο σκηνοθέτης ευθύνεται για το πώς κινούνται οι κομπάρσοι, αλλά η οργανωμένη μορφή της και κυρίως εκείνη που έχει εξαϋλωθεί και μετουσιωθεί σε πολιτική χειραγώγηση. Πότε λοιπόν θα καταλάβουν οι δεξιοτέχνες της χειραγώγησης, οι ευφυείς διαχειριστές της κρίσης και της σήψης ότι η βλακεία παραστέκει στην αγαθότητα;
Φυλαχτείτε! Από εμάς, τους βλάκες θα τη βρείτε!
Το δολοφονικό αυτό χέρι δεν το όπλισε απλώς η αστυνομοκρατία των Εξαρχείων και είναι λάθος να μείνει κανείς εκεί. Δεν το όπλισε μόνο το φαύλο και ανάλγητο κράτος (των εξυπνάκηδων και των κομπιναδόρων πολιτικάντηδων) που θυμάται τους νόμους μόνο σε βάρος των απεργών, των σπουδαστών και των κινημάτων.
Το όπλισε, δυστυχώς, η πανουργία μιας ιστορικής στιγμής για να υπογραμμιστεί το ασυγχώρητο και απροχώρητο των συνθηκών. Αυτός ο πυροβολισμός δεν ήταν «ανόητος» για μας αλλά μόνο για τους ηθικούς αυτουργούς του, γιατί χάλασε τα σχέδια των επιδέξιων χειρισμών της οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Σε μια στιγμή που οι τράπεζες έπαιζαν το χαρτί τους και το Βατοπέδι κατέληγε σε μια παρτίδα κοινοβουλευτικού πόκερ, ένας ηλίθιος «μπάτσος» τα «θαλάσσωσε».
Δεν είναι ο μεμονωμένος φονιάς-μπάτσος που εκπροσωπεί την ουσία της κρατικής βίας, μολονότι ο σκηνοθέτης ευθύνεται για το πώς κινούνται οι κομπάρσοι, αλλά η οργανωμένη μορφή της και κυρίως εκείνη που έχει εξαϋλωθεί και μετουσιωθεί σε πολιτική χειραγώγηση. Πότε λοιπόν θα καταλάβουν οι δεξιοτέχνες της χειραγώγησης, οι ευφυείς διαχειριστές της κρίσης και της σήψης ότι η βλακεία παραστέκει στην αγαθότητα;
Φυλαχτείτε! Από εμάς, τους βλάκες θα τη βρείτε!
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
Να "χυθεί αίμα" για το Βατοπέδι
Εκτός από οργή, η υπόθεση του Βατοπεδίου μπορεί να προκαλέσει στον πολίτη και απελπισία. Το τελευταίο αυτό δεν είναι χειρότερο του πρώτου αν η οργή διοχετευτεί αποκλειστικά ως ψήφος διαμαρτυρίας κατά της ΝΔ. Το σημαντικό με το σκάνδαλο Βατοπεδίου είναι να μετουσιωθεί η γενική αγανάκτηση σε απαίτηση για βαθιές αλλαγές στη λειτουργία της δημοκρατίας.
Με την απελπισία όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Όταν η εντύπωση του μέσου πολίτη με κάποιο ενδιαφέρον για τα κοινά είναι ότι οι θεσμοί όχι απλώς αδυνατούν να αποτελέσουν φραγμό στη διαφθορά αλλά ενδεχομένως είναι τέτοια η λειτουργία τους ώστε να την διευκολύνουν (υπό την προϋπόθεση ότι εκπορεύεται από ύψιστες πηγές και διεκπεραιώνεται από συμμορίες της ελίτ που λειτουργούν με «ομερτά») τότε ανοίγει ένα κεφάλαιο πολιτικού ζόφου.
Είναι κοινή πεποίθηση ότι το Βατοπέδι, ιδίως επειδή το ΠΑΣΟΚ θα περιοριστεί στα εκλογικά του οφέλη, θα λήξει «αναίμακτα». Καμιά ουσιαστική θωράκιση απέναντι σε νέα παρόμοια φαινόμενα δεν θα υπάρξει με τους πολίτες στο περιθώριο. Γι αυτό οι πολίτες δεν πρέπει να επιτρέψουν αυτή την προσβολή. Είναι μια καλή στιγμή να αναμετρηθούν οι δυνάμεις της πολιτικής εξυγίανσης με τον κόσμο της μαφίας. Είναι στιγμή, ακόμη και στο επίπεδο του κοινοβουλίου, να συμβούν ανατροπές στα αυτονόητα. Πάνω απ’ όλα είναι στιγμή οι πολίτες να κινητοποιηθούν.
Το μήνυμα που θέλει να περάσει το «βαθύ σύστημα» συνοψίζεται τελικά πολύ ωραία στο μότο του Βουλγαράκη: η ηθική ταυτίζεται με τη νομιμοφάνεια. Ότι δηλαδή οι οικονομικές συναλλαγές μπορούν να είναι ανεξέλεγκτες ως προς τη συμμόρφωσή τους με την ουσία της νομιμότητας. Ότι δεν υπάρχει μηχανισμός ανίχνευσης και εξακρίβωσης της ηθικής των οικονομικών συναλλαγών. Ότι ούτε οι δικαστικές αρχές, ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού μπορούν να βρουν άκρη όταν αντιμετωπίζουν το «ιερό» απόρρητο των λογαριασμών, των εταιριών ή την «περιορισμένη ευθύνη» των νομικών γνωμοδοτήσεων, των συμβολαιογράφων, των υπουργικών υπογραφών, των επιτροπών για το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Ούτε, ως αντίβαρο στη σκοτεινιά των οικονομικών δικαιωμάτων και στην ποταπότητα των «αναρμόδιων» υπάρχει, έστω το αυτονόητο από την κυβέρνηση: η ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης».
Υπάρχει, λέγεται, μόνο η λύση της κομματικής εναλλαγής. Αυτό είναι όλο κι όλο. Έτσι, όπως π.χ. στην οικονομική κρίση πρέπει οι αμερικανοί πολίτες να χρηματοδοτήσουν τις τράπεζες και τις αυτοκινητοβιομηχανίες και να περιοριστούν στην εκλογή του Ομπάμα, έτσι και στη δική μας πολιτική και ηθική κρίση πρέπει οι πολίτες να συμβιβαστούν και να καταπιούν τη διαφθορά, το μαύρο χρήμα και το κρύο, άνοστο και χαμηλής θρεπτικής αξίας "πιάτο" που σερβίρεται.
Θάνος Κωτσόπουλος
Με την απελπισία όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Όταν η εντύπωση του μέσου πολίτη με κάποιο ενδιαφέρον για τα κοινά είναι ότι οι θεσμοί όχι απλώς αδυνατούν να αποτελέσουν φραγμό στη διαφθορά αλλά ενδεχομένως είναι τέτοια η λειτουργία τους ώστε να την διευκολύνουν (υπό την προϋπόθεση ότι εκπορεύεται από ύψιστες πηγές και διεκπεραιώνεται από συμμορίες της ελίτ που λειτουργούν με «ομερτά») τότε ανοίγει ένα κεφάλαιο πολιτικού ζόφου.
Είναι κοινή πεποίθηση ότι το Βατοπέδι, ιδίως επειδή το ΠΑΣΟΚ θα περιοριστεί στα εκλογικά του οφέλη, θα λήξει «αναίμακτα». Καμιά ουσιαστική θωράκιση απέναντι σε νέα παρόμοια φαινόμενα δεν θα υπάρξει με τους πολίτες στο περιθώριο. Γι αυτό οι πολίτες δεν πρέπει να επιτρέψουν αυτή την προσβολή. Είναι μια καλή στιγμή να αναμετρηθούν οι δυνάμεις της πολιτικής εξυγίανσης με τον κόσμο της μαφίας. Είναι στιγμή, ακόμη και στο επίπεδο του κοινοβουλίου, να συμβούν ανατροπές στα αυτονόητα. Πάνω απ’ όλα είναι στιγμή οι πολίτες να κινητοποιηθούν.
Το μήνυμα που θέλει να περάσει το «βαθύ σύστημα» συνοψίζεται τελικά πολύ ωραία στο μότο του Βουλγαράκη: η ηθική ταυτίζεται με τη νομιμοφάνεια. Ότι δηλαδή οι οικονομικές συναλλαγές μπορούν να είναι ανεξέλεγκτες ως προς τη συμμόρφωσή τους με την ουσία της νομιμότητας. Ότι δεν υπάρχει μηχανισμός ανίχνευσης και εξακρίβωσης της ηθικής των οικονομικών συναλλαγών. Ότι ούτε οι δικαστικές αρχές, ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού μπορούν να βρουν άκρη όταν αντιμετωπίζουν το «ιερό» απόρρητο των λογαριασμών, των εταιριών ή την «περιορισμένη ευθύνη» των νομικών γνωμοδοτήσεων, των συμβολαιογράφων, των υπουργικών υπογραφών, των επιτροπών για το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Ούτε, ως αντίβαρο στη σκοτεινιά των οικονομικών δικαιωμάτων και στην ποταπότητα των «αναρμόδιων» υπάρχει, έστω το αυτονόητο από την κυβέρνηση: η ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης».
Υπάρχει, λέγεται, μόνο η λύση της κομματικής εναλλαγής. Αυτό είναι όλο κι όλο. Έτσι, όπως π.χ. στην οικονομική κρίση πρέπει οι αμερικανοί πολίτες να χρηματοδοτήσουν τις τράπεζες και τις αυτοκινητοβιομηχανίες και να περιοριστούν στην εκλογή του Ομπάμα, έτσι και στη δική μας πολιτική και ηθική κρίση πρέπει οι πολίτες να συμβιβαστούν και να καταπιούν τη διαφθορά, το μαύρο χρήμα και το κρύο, άνοστο και χαμηλής θρεπτικής αξίας "πιάτο" που σερβίρεται.
Θάνος Κωτσόπουλος
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008
Aussprechen was ist, όπως θα έλεγαν ο Μακιαβέλι ή ο Lassale ή ...
«Ο κυνισμός, στην πραγματικότητα, δε βρίσκεται στα λόγια του Μακιαβέλι αλλά σ’ εκείνο που τα λόγια αυτά περιγράφουν» έγραφε το Νοέμβρη του 1934 ο Λεβ Κάμενεφ, ως διευθυντής του σοβιετικού οίκου Academia, στον Πρόλογο για την έκδοση των έργων του μεγάλου Φλωρεντινού. Τι σύμπτωση, αυτό το εκδοτικό γεγονός να αποφασίζεται σε μια μοιραία στιγμή για την ΕΣΣΔ, να εμφανίζεται σαν το «Μαύρο Καράβι» που έτρεμαν πάντα οι θαλασσόλυκοι στις καμπές του διαφεντέματος των θαλασσών.
Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1934 ο Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΣΕ, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος από το νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ. Δυο βδομάδες μετά ο Κάμενεφ συλλαμβανόταν. Το Γενάρη του 1935 «ομολογούσε» ότι ήταν συνυπέυθυνος ηθικά και πολιτικά για τη δολοφονία του Κίροφ. Τον Αύγουστο του 1936 ο Κάμενεφ στηνόταν στο απόσπασμα.
Ο Λεβ Κάμενεφ υπήρξε αγαπητός του Λένιν. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε, όταν ήταν στην παρανομία, την έκδοση ενός τετραδίου με προσωρινό τίτλο «Ο μαρξισμός και το κράτος». Επρόκειτο για το έργο που στη συνέχεια τιτλοφορήθηκε «Κράτος και Επανάσταση». Ο Κάμενεφ επίσης ήταν εκείνος που επιμελήθηκε το 1920 την πρώτη συλλογή των έργων του Λένιν για τα 50 του. Ο Λένιν, εξάλλου, δεν θεωρούσε την αντιπολίτευση των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ στην Οκτωβριανή Επανάσταση ως σπουδαίο λόγο για τη μη αξιοποίησή τους στο επαναστατικό σοβιετικό καθεστώς και γι αυτό ο μεν Ζηνόβιεφ τέθηκε επικεφαλής της Κομιντέρν ο δε Κάμενεφ διορίστηκε αντιπρόεδρος των Λαϊκών Επιτροπών.
Το Γενάρη του 1925 η ολομέλεια της Κ.Ε. έχει καταδικάσει τον τροτσκισμό ως «παραχάραξη του κομμουνισμού», ο Τρότσκι έχει απαλλαγεί από τα καθήκοντά του προέδρου του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου και ο Ζηνόβιεφ ζητούσε τη διαγραφή του Τρότσκι από το κόμμα ή έστω από την Κ.Ε. ενώ ο Κάμενεφ από το Π.Γ. Ας σημειωθεί ότι τότε οι απαιτήσεις αυτές αποκρούστηκαν από τον Στάλιν, ο οποίος αρνήθηκε την καθαίρεση του Τρότσκι. Στο 14ο Συνέδριο ο Στάλιν απορρίπτει την απαίτηση των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ για διαγραφή του Τρότσκι με το εξής σκεπτικό: «Ξέραμε πως αυτή η πολιτική των αποκλεισμών εγκυμονούσε κινδύνους για το κόμμα, ότι η μέθοδος της αιματοχυσίας –γιατί γυρεύανε αίμα– είναι επικίνδυνη και μεταδοτική: σήμερα αποκλείεται ο ένας, αύριο ένας άλλος, μεθαύριο ένας τρίτος – και τότε τι θα απομείνει από το κόμμα μας;» (Στάλιν, τόμος 7, σελ. 390)
Το 1925, στο ίδιο αυτό 14ο συνέδριο του ΚΚΣΕ ο Κάμενεφ ήρθε σε σύγκρουση με τον Στάλιν για το θέμα της προσωπολατρείας. Τέλειωσε το λόγο του λέγοντας ότι «είμαστε αντίθετοι στη θεωρία του προσωπικού ελέγχου και αντίθετοι στη δημιουργία αρχηγού». Για να θυμηθούμε, είναι η εποχή της «Νέας Αντιπολίτευσης» και της «Πλατφόρμας των 4». Ο Κίροφ τότε δήλωνε πως ο λόγος αυτός είχε προκαλέσει την πιο βαθειά εντύπωση από οποιονδήποτε άλλον της αντιπολίτευσης.
Μετά μια περίοδο δυσμένειας το 1933 ο Κάμενεφ διορίζεται από το κόμμα διευθυντής του σοβαρού και έγκυρου εκδοτικού οίκου Academia ο οποίος δημοσίευε πολυτελείς εκδόσεις κλασικών. Επίσης έγινε δεκτός ξανά στο 17ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1934, όπου, τυπικά, εμφανίστηκε ένθερμος υποστηρικτής της σταλινικής γραμμής.
Όπως ειπώθηκε, η σύλληψη του Κάμενεφ έγινε με την κατηγορία ότι μαζί με τον Ζηνόβιεφ είχαν σχεδιάσει τη δολοφονία του Κίροφ αλλά και ότι προετοίμαζαν τη δολοφονία και του Στάλιν. Αυτή η εκδοχή επικράτησε εύκολα και παραμένει μέχρι σήμερα ακλόνητη. Η υπόθεση Κίροφ είναι ουσιαστικά –μπροστά στο σύνολο των ζητημάτων της σταλινικής περιόδου–μια πτυχή για την οποία όμως ορισμένα στοιχεία δεν είναι ίσως τόσο γνωστά.
Φυσικά, την αποτίμηση της περιόδου εκείνης θα την κάνει η Ιστορία, όταν όλα τα στοιχεία θα βγουν στο φως. Εδώ θα εκτεθούν μόνο ορισμένες πληροφορίες που ίσως γεννήσουν ερευνητικά ερεθίσματα για την αναμφισβήτητα τρομερή περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων.
Ας θυμηθούμε ότι ο Γρηγόρι Ζηνόβιεφ είχε προλειάνει το έδαφος ήδη από το 14ο Συνέδριο, οπότε τον Απρίλιο του 1926 οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ παραμερίζουν τις μεταξύ τους διαφορές και συμπτύσσουν τη λεγόμενη «Συνασπισμένη Αντιπολίτευση», την οποία ο Στάλιν χαρακτήριζε «συμβιβασμό χωρίς αρχές». Ακολουθεί μια φάση εντάσεων, διοικητικής κομματικής αντιμετώπισης της μεγάλης πλειοψηφίας (ενός και πάνω εκατομ. μελών) αλλά και βίαιης παρεμπόδισης αυτού του μικρής απήχησης «Συνασπισμού» (που δεν αριθμούσε πάνω από 10.000 οπαδούς) ο οποίος αναγκάζεται να λειτουργεί φραξιονιστικά.
Στις 16 Οκτωβρίου 1926, μετά από στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί σε βάρος τους, αναγνωρίζουν δημόσια ότι λειτουργούν φραξιονιστικά και ζητούν να εκφράσουν τις απόψεις τους με γραπτό κείμενο στη 15η Συνδιάσκεψη. Στα τέλη Οκτωβρίου όμως η Κ.Ε. αποκλείει τον Τρότσκι από το Π.Γ., τον Κάμενεφ από αναπληρωματικό μέλος του Π.Γ. ενώ ο Ζηνόβιεφ καθαιρείται από Πρόεδρος της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ακολουθούν πολλά. Στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να κάνουμε ένα μεγάλο χρονικό άλμα.
Το Δεκέμβριο του 1936 ο Τρότσκι γράφει, εν πλώ από τη Νορβηγία προς το Μεξικό, ένα κείμενο με τίτλο «Δίψα για Εξουσία», το οποίο θα αποτελούσε ένα από τα υπόλοιπα 26 κεφάλαια του βιβλίου του «Τα Εγκλήματα του Στάλιν», μία γαλλική έκδοση του οποίου κυκλοφόρησε το 1937 στο Παρίσι και μία ισπανική το 1938 στο Σαντιάγκο της Χιλής.
Η ιστορική αξία αυτού του κειμένου έγκειται στο ότι, αναφερόμενο στα γεγονότα του ’23 -’26 παρουσιάζει τη νοοτροπία της συσταθείσας «Συνασπισμένης Αντιπολίτευσης». Την πρόταση του Ζηνόβιεφ για κοινή δράση είχε μεταφέρει ο Κάμενεφ στον Τρότσκι. Η γνώμη του τελευταίου ήταν ότι ήταν πρακτικά αδύνατη μια ανοιχτή αντιπαράθεση με το τότε μπλοκ Στάλιν-Μπουχάριν και χαρακτήριζε υπερβολικά οπτιμιστικές τις προσδοκίες των Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ. Απάντησε λοιπόν στον Κάμενεφ: «Το θέμα δεν είναι καθόλου ότι αισθάνομαι κουρασμένος αλλά ότι πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή για πολύν καιρό, για μια μεγάλη ιστορική περίοδο. Σήμερα το θέμα δεν είναι να συγκρουστούμε για την εξουσία αλλά να προετοιμάσουμε τα ιδεολογικά μας εργαλεία και τις οργανωτικές μας μεθόδους για τη μάχη, καθώς θα περιμένουμε τη νέα επαναστατική άνοδο. Πότε θα έρθει αυτή η στιγμή δεν ξέρω.»
Στο κείμενο αυτό ο Τρότσκι σημειώνει ότι αυτό το σχετικό διάλογο με τον Κάμενεφ δεν τον αναφέρει σε κανένα άλλο έργο του και ότι ο λόγος που αποφάσισε να κάνει την αναφορά είναι για να διαλύσει την εντύπωση πως δήθεν θα μπορούσε να συμφωνήσει «χρησιμοποιώντας μια δράκα επαναστατών πιστολάδων για να γυρίσουν τα πράγματα στο 1917» (verbatim).
Την τελική συνομιλία του με τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ είχε ο Τρότσκι, όπως υποστηρίζει στο ίδιο κείμενο, τις παραμονές του 15ου Συνεδρίου, το Δεκέμβρη του 1927. Έκτοτε, λέει, ούτε γράμμα ούτε σημείωμα, καμία απολύτως επαφή.
Το Λαϊκό Επιτροπάτο Δικαιοσύνης δημοσίευσε το 1936 την εκδοχή της αστυνομίας για την υπόθεση των Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ: τη στροφή από τον πολιτικό αγώνα στην τρομοκρατία. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή είχε αποφασιστεί το καλοκαίρι του 1934, στο διαμέρισμα του Κάμενεφ στη Μόσχα η δημιουργία πυρήνων τρομοκρατικής δράσης στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκεί αποφασίστηκε και η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ. Οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, πάντα κατά την αστυνομία, μέσω του Ιβάν Μπακάεφ έδοσαν εντολή στον ανόητο μνησικακούντα και κατώτερου ηθικού ποιού νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ να εκτελέσει τον Κίροφ. Στον δε Τρότσκι αποδόθηκε η κατηγορία ότι είχε στείλει τον Οκτώβριο του 1934 μυστικό σημείωμα γραμμένο με αόρατη μελάνη σε ένα γερμανικό περιοδικό με την εντολή να εκτελεστεί ο Βοροσίλοφ και ο Στάλιν. Ο Τρότσκι, σύμφωνα με το παραπάνω κείμενο αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στα σχέδια των Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ αλλά και επιβεβαίωσε ότι μεθόδευαν την προσφυγή στην τρομοκρατική βία.
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποσπάστηκε η «ομολογία» του Κάμενεφ ελάχιστα πείθει για την ειλικρίνεια της ομολογίας αυτής. Ωστόσο, ήδη από πολύ νωρίς, ο Μπόρις Νικολάεφσκι, ένας μενσεβίκος που ζούσε στο Παρίσι και οι πρώην πράκτορες της N.K.V.D. Αλεξάντερ Ορλόφ και Βάλτερ Κριβίτσκι άρχισαν να διαδίδουν ότι πίσω από τη δολοφονία του Κίροφ δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Στάλιν, ενισχύοντας την εκδοχή αυτή από το γεγονός ότι την επομένη της δολοφονίας του Κίροφ σκοτώθηκε σε τροχαίο «ατύχημα» και ο προσωπικός του φρουρός.
Το 1956, στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης, ο Χρουστσόφ εξέφρασε τον ίδιο ισχυρισμό. Οι δυτικοί σοβιετολόγοι καλλιέργησαν και αναπαρήγαγαν την άποψη αυτή ευρύτατα, παρά τις επιφυλάξεις δύο πανεπιστημιακών: του καθηγητή του Χάρβαρντ Άνταμ Ούλαμ και του καθηγητή του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Τζ. Άρτς Γκέτι.
Με βάση υλικό που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και αφορούσε την υπόθεση της δολοφονίας του Κίροφ η ιστορικός Άλα Κιρίλινα, πρώην διευθύντρια του Μουσείου Κίροφ στην Πετρούπολη, ανακοίνωσε ότι με βάση τη δική της επιστημονική έρευνα, ο εκτελεστής του Κίροφ Λεονίντ Νικολάγιεφ έδρασε μόνος και απολύτως αυτόβουλα.
Το στοιχείο αυτό ενισχύεται και από μια ακόμη μαρτυρία. Εκείνη του Γκένριχ Σαμουήλεβιτς Λιουσκόφ, ενός κομισάριου της N.K.V.D. που αυτομόλησε τον Ιούνιο του 1938 στην Ιαπωνία και έκτοτε εντάχθηκε στις ιαπωνικές μυστικές υπηρεσίες. Ο Λιουσκόφ υπήρξε ορκισμένος αντισταλινικός και δεν θα είχε κανένα λόγο να μην αποδώσει τη δολοφονία του Κίροφ στον Στάλιν. Κατείχε καίρια θέση την εποχή των ανακρίσεων για τον Κίροφ. Βρισκόταν στο ίδιο τρένο μαζί με τον Γιαχόντα και τον Στάλιν πηγαίνοντας για τις ανακρίσεις στο Λένινγκραντ και επομένως είχε πληροφορίες από πρώτο χέρι.
Τον Απρίλιο όμως του 1939 ο Ιάπωνας δημοσιογράφος Κάιζο έδωσε στη δημοσιότητα ένα κείμενο του Λιουσκόφ με τίτλο «Ανοιχτή επιστολή στον Στάλιν» στο οποίο χαρακτηρίζει τον εκτελεστή Νικολάγιεφ δολοφόνο μοναχικό, μεγαλομανή και ανισόρροπο. Παρά την σφοδρή (πολιτικά) αντισταλινική τοποθέτησή του ο ανακριτής και πράκτορας των Ιαπώνων Λιουσκόφ δεν κατονομάζει τον Στάλιν ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του Κίροφ. Ούτε βέβαια και τους Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ.
Η ιστορική έρευνα εκείνης της ζοφερής περιόδου θα είναι επίπονη και μεγάλης διάρκειας. Εμείς εδώ δεν αποτολμούμε ούτε κάν υπαινιγμούς. Χρειάζεται να παραμείνει κανείς όσο μπορεί πιο υπομονετικός, αντικειμενικός και ψύχραιμος στην αποτίμηση της πρώτης εκείνης σπουδαίας εικοσαετίας της σοσιαλιστικής απόπειρας στην ΕΣΣΔ. Στα συμπεράσματα, ωστόσο, εκείνο που τελικά πάντα βαραίνει δεν είναι η όποια δικαστική ή αστυνομική περιπτωσιολογία αλλά η αξία της εκάστοτε πολιτικής επιλογής.
Θάνος Κωτσόπουλος
Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1934 ο Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΣΕ, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος από το νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ. Δυο βδομάδες μετά ο Κάμενεφ συλλαμβανόταν. Το Γενάρη του 1935 «ομολογούσε» ότι ήταν συνυπέυθυνος ηθικά και πολιτικά για τη δολοφονία του Κίροφ. Τον Αύγουστο του 1936 ο Κάμενεφ στηνόταν στο απόσπασμα.
Ο Λεβ Κάμενεφ υπήρξε αγαπητός του Λένιν. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε, όταν ήταν στην παρανομία, την έκδοση ενός τετραδίου με προσωρινό τίτλο «Ο μαρξισμός και το κράτος». Επρόκειτο για το έργο που στη συνέχεια τιτλοφορήθηκε «Κράτος και Επανάσταση». Ο Κάμενεφ επίσης ήταν εκείνος που επιμελήθηκε το 1920 την πρώτη συλλογή των έργων του Λένιν για τα 50 του. Ο Λένιν, εξάλλου, δεν θεωρούσε την αντιπολίτευση των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ στην Οκτωβριανή Επανάσταση ως σπουδαίο λόγο για τη μη αξιοποίησή τους στο επαναστατικό σοβιετικό καθεστώς και γι αυτό ο μεν Ζηνόβιεφ τέθηκε επικεφαλής της Κομιντέρν ο δε Κάμενεφ διορίστηκε αντιπρόεδρος των Λαϊκών Επιτροπών.
Το Γενάρη του 1925 η ολομέλεια της Κ.Ε. έχει καταδικάσει τον τροτσκισμό ως «παραχάραξη του κομμουνισμού», ο Τρότσκι έχει απαλλαγεί από τα καθήκοντά του προέδρου του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου και ο Ζηνόβιεφ ζητούσε τη διαγραφή του Τρότσκι από το κόμμα ή έστω από την Κ.Ε. ενώ ο Κάμενεφ από το Π.Γ. Ας σημειωθεί ότι τότε οι απαιτήσεις αυτές αποκρούστηκαν από τον Στάλιν, ο οποίος αρνήθηκε την καθαίρεση του Τρότσκι. Στο 14ο Συνέδριο ο Στάλιν απορρίπτει την απαίτηση των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ για διαγραφή του Τρότσκι με το εξής σκεπτικό: «Ξέραμε πως αυτή η πολιτική των αποκλεισμών εγκυμονούσε κινδύνους για το κόμμα, ότι η μέθοδος της αιματοχυσίας –γιατί γυρεύανε αίμα– είναι επικίνδυνη και μεταδοτική: σήμερα αποκλείεται ο ένας, αύριο ένας άλλος, μεθαύριο ένας τρίτος – και τότε τι θα απομείνει από το κόμμα μας;» (Στάλιν, τόμος 7, σελ. 390)
Το 1925, στο ίδιο αυτό 14ο συνέδριο του ΚΚΣΕ ο Κάμενεφ ήρθε σε σύγκρουση με τον Στάλιν για το θέμα της προσωπολατρείας. Τέλειωσε το λόγο του λέγοντας ότι «είμαστε αντίθετοι στη θεωρία του προσωπικού ελέγχου και αντίθετοι στη δημιουργία αρχηγού». Για να θυμηθούμε, είναι η εποχή της «Νέας Αντιπολίτευσης» και της «Πλατφόρμας των 4». Ο Κίροφ τότε δήλωνε πως ο λόγος αυτός είχε προκαλέσει την πιο βαθειά εντύπωση από οποιονδήποτε άλλον της αντιπολίτευσης.
Μετά μια περίοδο δυσμένειας το 1933 ο Κάμενεφ διορίζεται από το κόμμα διευθυντής του σοβαρού και έγκυρου εκδοτικού οίκου Academia ο οποίος δημοσίευε πολυτελείς εκδόσεις κλασικών. Επίσης έγινε δεκτός ξανά στο 17ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1934, όπου, τυπικά, εμφανίστηκε ένθερμος υποστηρικτής της σταλινικής γραμμής.
Όπως ειπώθηκε, η σύλληψη του Κάμενεφ έγινε με την κατηγορία ότι μαζί με τον Ζηνόβιεφ είχαν σχεδιάσει τη δολοφονία του Κίροφ αλλά και ότι προετοίμαζαν τη δολοφονία και του Στάλιν. Αυτή η εκδοχή επικράτησε εύκολα και παραμένει μέχρι σήμερα ακλόνητη. Η υπόθεση Κίροφ είναι ουσιαστικά –μπροστά στο σύνολο των ζητημάτων της σταλινικής περιόδου–μια πτυχή για την οποία όμως ορισμένα στοιχεία δεν είναι ίσως τόσο γνωστά.
Φυσικά, την αποτίμηση της περιόδου εκείνης θα την κάνει η Ιστορία, όταν όλα τα στοιχεία θα βγουν στο φως. Εδώ θα εκτεθούν μόνο ορισμένες πληροφορίες που ίσως γεννήσουν ερευνητικά ερεθίσματα για την αναμφισβήτητα τρομερή περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων.
Ας θυμηθούμε ότι ο Γρηγόρι Ζηνόβιεφ είχε προλειάνει το έδαφος ήδη από το 14ο Συνέδριο, οπότε τον Απρίλιο του 1926 οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ παραμερίζουν τις μεταξύ τους διαφορές και συμπτύσσουν τη λεγόμενη «Συνασπισμένη Αντιπολίτευση», την οποία ο Στάλιν χαρακτήριζε «συμβιβασμό χωρίς αρχές». Ακολουθεί μια φάση εντάσεων, διοικητικής κομματικής αντιμετώπισης της μεγάλης πλειοψηφίας (ενός και πάνω εκατομ. μελών) αλλά και βίαιης παρεμπόδισης αυτού του μικρής απήχησης «Συνασπισμού» (που δεν αριθμούσε πάνω από 10.000 οπαδούς) ο οποίος αναγκάζεται να λειτουργεί φραξιονιστικά.
Στις 16 Οκτωβρίου 1926, μετά από στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί σε βάρος τους, αναγνωρίζουν δημόσια ότι λειτουργούν φραξιονιστικά και ζητούν να εκφράσουν τις απόψεις τους με γραπτό κείμενο στη 15η Συνδιάσκεψη. Στα τέλη Οκτωβρίου όμως η Κ.Ε. αποκλείει τον Τρότσκι από το Π.Γ., τον Κάμενεφ από αναπληρωματικό μέλος του Π.Γ. ενώ ο Ζηνόβιεφ καθαιρείται από Πρόεδρος της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ακολουθούν πολλά. Στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να κάνουμε ένα μεγάλο χρονικό άλμα.
Το Δεκέμβριο του 1936 ο Τρότσκι γράφει, εν πλώ από τη Νορβηγία προς το Μεξικό, ένα κείμενο με τίτλο «Δίψα για Εξουσία», το οποίο θα αποτελούσε ένα από τα υπόλοιπα 26 κεφάλαια του βιβλίου του «Τα Εγκλήματα του Στάλιν», μία γαλλική έκδοση του οποίου κυκλοφόρησε το 1937 στο Παρίσι και μία ισπανική το 1938 στο Σαντιάγκο της Χιλής.
Η ιστορική αξία αυτού του κειμένου έγκειται στο ότι, αναφερόμενο στα γεγονότα του ’23 -’26 παρουσιάζει τη νοοτροπία της συσταθείσας «Συνασπισμένης Αντιπολίτευσης». Την πρόταση του Ζηνόβιεφ για κοινή δράση είχε μεταφέρει ο Κάμενεφ στον Τρότσκι. Η γνώμη του τελευταίου ήταν ότι ήταν πρακτικά αδύνατη μια ανοιχτή αντιπαράθεση με το τότε μπλοκ Στάλιν-Μπουχάριν και χαρακτήριζε υπερβολικά οπτιμιστικές τις προσδοκίες των Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ. Απάντησε λοιπόν στον Κάμενεφ: «Το θέμα δεν είναι καθόλου ότι αισθάνομαι κουρασμένος αλλά ότι πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή για πολύν καιρό, για μια μεγάλη ιστορική περίοδο. Σήμερα το θέμα δεν είναι να συγκρουστούμε για την εξουσία αλλά να προετοιμάσουμε τα ιδεολογικά μας εργαλεία και τις οργανωτικές μας μεθόδους για τη μάχη, καθώς θα περιμένουμε τη νέα επαναστατική άνοδο. Πότε θα έρθει αυτή η στιγμή δεν ξέρω.»
Στο κείμενο αυτό ο Τρότσκι σημειώνει ότι αυτό το σχετικό διάλογο με τον Κάμενεφ δεν τον αναφέρει σε κανένα άλλο έργο του και ότι ο λόγος που αποφάσισε να κάνει την αναφορά είναι για να διαλύσει την εντύπωση πως δήθεν θα μπορούσε να συμφωνήσει «χρησιμοποιώντας μια δράκα επαναστατών πιστολάδων για να γυρίσουν τα πράγματα στο 1917» (verbatim).
Την τελική συνομιλία του με τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ είχε ο Τρότσκι, όπως υποστηρίζει στο ίδιο κείμενο, τις παραμονές του 15ου Συνεδρίου, το Δεκέμβρη του 1927. Έκτοτε, λέει, ούτε γράμμα ούτε σημείωμα, καμία απολύτως επαφή.
Το Λαϊκό Επιτροπάτο Δικαιοσύνης δημοσίευσε το 1936 την εκδοχή της αστυνομίας για την υπόθεση των Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ: τη στροφή από τον πολιτικό αγώνα στην τρομοκρατία. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή είχε αποφασιστεί το καλοκαίρι του 1934, στο διαμέρισμα του Κάμενεφ στη Μόσχα η δημιουργία πυρήνων τρομοκρατικής δράσης στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκεί αποφασίστηκε και η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ. Οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, πάντα κατά την αστυνομία, μέσω του Ιβάν Μπακάεφ έδοσαν εντολή στον ανόητο μνησικακούντα και κατώτερου ηθικού ποιού νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ να εκτελέσει τον Κίροφ. Στον δε Τρότσκι αποδόθηκε η κατηγορία ότι είχε στείλει τον Οκτώβριο του 1934 μυστικό σημείωμα γραμμένο με αόρατη μελάνη σε ένα γερμανικό περιοδικό με την εντολή να εκτελεστεί ο Βοροσίλοφ και ο Στάλιν. Ο Τρότσκι, σύμφωνα με το παραπάνω κείμενο αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στα σχέδια των Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ αλλά και επιβεβαίωσε ότι μεθόδευαν την προσφυγή στην τρομοκρατική βία.
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποσπάστηκε η «ομολογία» του Κάμενεφ ελάχιστα πείθει για την ειλικρίνεια της ομολογίας αυτής. Ωστόσο, ήδη από πολύ νωρίς, ο Μπόρις Νικολάεφσκι, ένας μενσεβίκος που ζούσε στο Παρίσι και οι πρώην πράκτορες της N.K.V.D. Αλεξάντερ Ορλόφ και Βάλτερ Κριβίτσκι άρχισαν να διαδίδουν ότι πίσω από τη δολοφονία του Κίροφ δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Στάλιν, ενισχύοντας την εκδοχή αυτή από το γεγονός ότι την επομένη της δολοφονίας του Κίροφ σκοτώθηκε σε τροχαίο «ατύχημα» και ο προσωπικός του φρουρός.
Το 1956, στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης, ο Χρουστσόφ εξέφρασε τον ίδιο ισχυρισμό. Οι δυτικοί σοβιετολόγοι καλλιέργησαν και αναπαρήγαγαν την άποψη αυτή ευρύτατα, παρά τις επιφυλάξεις δύο πανεπιστημιακών: του καθηγητή του Χάρβαρντ Άνταμ Ούλαμ και του καθηγητή του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Τζ. Άρτς Γκέτι.
Με βάση υλικό που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και αφορούσε την υπόθεση της δολοφονίας του Κίροφ η ιστορικός Άλα Κιρίλινα, πρώην διευθύντρια του Μουσείου Κίροφ στην Πετρούπολη, ανακοίνωσε ότι με βάση τη δική της επιστημονική έρευνα, ο εκτελεστής του Κίροφ Λεονίντ Νικολάγιεφ έδρασε μόνος και απολύτως αυτόβουλα.
Το στοιχείο αυτό ενισχύεται και από μια ακόμη μαρτυρία. Εκείνη του Γκένριχ Σαμουήλεβιτς Λιουσκόφ, ενός κομισάριου της N.K.V.D. που αυτομόλησε τον Ιούνιο του 1938 στην Ιαπωνία και έκτοτε εντάχθηκε στις ιαπωνικές μυστικές υπηρεσίες. Ο Λιουσκόφ υπήρξε ορκισμένος αντισταλινικός και δεν θα είχε κανένα λόγο να μην αποδώσει τη δολοφονία του Κίροφ στον Στάλιν. Κατείχε καίρια θέση την εποχή των ανακρίσεων για τον Κίροφ. Βρισκόταν στο ίδιο τρένο μαζί με τον Γιαχόντα και τον Στάλιν πηγαίνοντας για τις ανακρίσεις στο Λένινγκραντ και επομένως είχε πληροφορίες από πρώτο χέρι.
Τον Απρίλιο όμως του 1939 ο Ιάπωνας δημοσιογράφος Κάιζο έδωσε στη δημοσιότητα ένα κείμενο του Λιουσκόφ με τίτλο «Ανοιχτή επιστολή στον Στάλιν» στο οποίο χαρακτηρίζει τον εκτελεστή Νικολάγιεφ δολοφόνο μοναχικό, μεγαλομανή και ανισόρροπο. Παρά την σφοδρή (πολιτικά) αντισταλινική τοποθέτησή του ο ανακριτής και πράκτορας των Ιαπώνων Λιουσκόφ δεν κατονομάζει τον Στάλιν ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του Κίροφ. Ούτε βέβαια και τους Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ.
Η ιστορική έρευνα εκείνης της ζοφερής περιόδου θα είναι επίπονη και μεγάλης διάρκειας. Εμείς εδώ δεν αποτολμούμε ούτε κάν υπαινιγμούς. Χρειάζεται να παραμείνει κανείς όσο μπορεί πιο υπομονετικός, αντικειμενικός και ψύχραιμος στην αποτίμηση της πρώτης εκείνης σπουδαίας εικοσαετίας της σοσιαλιστικής απόπειρας στην ΕΣΣΔ. Στα συμπεράσματα, ωστόσο, εκείνο που τελικά πάντα βαραίνει δεν είναι η όποια δικαστική ή αστυνομική περιπτωσιολογία αλλά η αξία της εκάστοτε πολιτικής επιλογής.
Θάνος Κωτσόπουλος
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008
ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ
Ανήκουμε «και» εμείς στη γενιά του Πολυτεχνείου.
Θέλουμε να συνεχίσουμε όπως πορευτήκαμε ως τώρα.
Όχι σαν φάσματα και ίσκιοι, όχι σαν λέξεις ενός κειμένου, όχι σαν στολές μιας επετείου.
Χωρίς νοσταλγική αυταρέσκεια.
Με εμμονή στους στόχους εκείνης της Εξέγερσης.
Με βλέμματα που αναγνωρίζουν τη διαδρομή του καθενός και την ευθύνη του.
Με απόπειρες σπαραγμώδεις, ατελέσφορες, οραματικές.
Mέσα στο εμπειρικά αυτονόητο και στις παρυφές μιας ουσίας που διαφεύγει.
Αμήχανοι μα όχι πολυμήχανοι για μάταιες και ευτελείς νίκες.
Άτοποι και ουτοπικοί για να μη χαθεί η σκέψη και η αγωνία για τον άνθρωπο.
Διχασμένοι και ολόκληροι, ξένοι σ’ ένα τόπο που δεν παύει να μας καλεί.
Πάντα μιλώντας στον άλλο μας εαυτό γιατί κάθε πορεία στο καλύτερο θέλει δυο πόδια.
Άλλος ένας Νοέμβρης πέρασε.
Να πούμε κάτι... Τί;
Γι αυτό που υπάρχει;
Γι αυτό που συμβαίνει; Για τον πλανήτη, τον κόσμο, τον τόπο μας;
Ξέρουμε.
Μεγαλώσαμε, μάθαμε πια πολλά.
Πολυτεχνείο, Εριννύα πρώτα-πρώτα δική μας!
Εμείς, η Πόλη είναι που πρέπει να ξυπνήσουμε.
Ας μαζευτούμε!
Θέλουμε να συνεχίσουμε όπως πορευτήκαμε ως τώρα.
Όχι σαν φάσματα και ίσκιοι, όχι σαν λέξεις ενός κειμένου, όχι σαν στολές μιας επετείου.
Χωρίς νοσταλγική αυταρέσκεια.
Με εμμονή στους στόχους εκείνης της Εξέγερσης.
Με βλέμματα που αναγνωρίζουν τη διαδρομή του καθενός και την ευθύνη του.
Με απόπειρες σπαραγμώδεις, ατελέσφορες, οραματικές.
Mέσα στο εμπειρικά αυτονόητο και στις παρυφές μιας ουσίας που διαφεύγει.
Αμήχανοι μα όχι πολυμήχανοι για μάταιες και ευτελείς νίκες.
Άτοποι και ουτοπικοί για να μη χαθεί η σκέψη και η αγωνία για τον άνθρωπο.
Διχασμένοι και ολόκληροι, ξένοι σ’ ένα τόπο που δεν παύει να μας καλεί.
Πάντα μιλώντας στον άλλο μας εαυτό γιατί κάθε πορεία στο καλύτερο θέλει δυο πόδια.
Άλλος ένας Νοέμβρης πέρασε.
Να πούμε κάτι... Τί;
Γι αυτό που υπάρχει;
Γι αυτό που συμβαίνει; Για τον πλανήτη, τον κόσμο, τον τόπο μας;
Ξέρουμε.
Μεγαλώσαμε, μάθαμε πια πολλά.
Πολυτεχνείο, Εριννύα πρώτα-πρώτα δική μας!
Εμείς, η Πόλη είναι που πρέπει να ξυπνήσουμε.
Ας μαζευτούμε!
Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Βαθύτερο κίνητρο, πιστεύω, για καθέναν από τους «12» -όπως συμβατικά ονομάσαμε την αρχική Ομάδα Πρωτοβουλίας- δεν υπήρξε η δημιουργία πολιτικής οργάνωσης αλλά η ψυχική επαφή και επικοινωνία σε ένα τοπίο κρίσης, κυνισμού, διαφθοράς και συναλλαγής.
Υπήρχε φυσικά ένα πολιτικό υπόβαθρο στη σχέση μας: αφενός ότι ανήκουμε στην ίδια γενιά και αφετέρου ότι ουδέποτε απαρνηθήκαμε την ιδιότητα του ενεργού πολίτη που θέλει να παρεμβαίνει χωρίς ιδιοτέλεια στα κοινά.
Στη διάρκεια της πρώτης πολύμηνης περιόδου οι «12» αναζήτησαν μορφές πολιτικής δράσης και έκφρασης με γνώμονα το καλό του τόπου. Την υπέρβαση του δικομματισμού, τη δημιουργία ενός χώρου επικοινωνίας για πολίτες αποκλεισμένους από το δημόσιο διάλογο. Προσδοκία και σκεπτικισμός, αυτοπεποίθηση και δισταγμός, ελπίδα και αμφιβολία ήταν τα συναισθήματα που οριοθέτησαν την προσπάθειά μας να φτάσουμε σε μια πρώτη δημόσια έκκληση.
Κάτι που έγινε με την πρώτη ανοιχτή μαζική συγκέντρωση στο αμφιθέατρο του Ε.Ι.Ε. στις 19 Ιουνίου 2008.
Η συγκέντρωση εκείνη είχε επιτυχία, υπό την έννοια ότι προσήλθαν παλιοί φίλοι και γνώριμοι με ανάμεικτες μεν διαθέσεις αλλά με όρεξη για συνέχιση της προσπάθειας.
Το ίδιο το γεγονός της αναζήτησης ενός ανοιχτού, μη κομματικού χώρου από ανθρώπους με πολιτική εμπειρία και γνώσεις έδειχνε κάτι. Όλοι όσοι συμμετείχαν ή έδειξαν ενδιαφέρον θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρούν ότι καλύπτονται από τις ήδη υπάρχουσες λύσεις που προσφέρουν οι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Κι όμως, υπάρχει η ανάγκη για κάτι περισσότερο, με στοιχεία διαπροσωπικής επικοινωνίας, ήθους, πολιτισμού. Κανείς δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα χώρο ώριμων και χειραφετημένων πολιτών για καπέλωμα ή προσωπικό όφελος. Αυτά όλα ήταν, νομίζω, φανερά στη συγκέντωση της 19ης Ιουνίου.
Γι αυτό και η αρχική επιτροπή πρωτοβουλίας των «12» διευρύνθηκε με τη συμμετοχή σημαντικών και αξιόλογων προσώπων που αναζωογόνησαν και εμπλούτισαν την ομάδα πρωτοβουλίας.
Το διάστημα των 4 μηνών που ακολούθησε παρουσίασε νέες δυσκολίες, αφού ορισμένα παλαιότερα μέλη των «12» βρέθηκαν σε αντικειμενική αδυναμία να προσφέρουν τη συμμετοχή τους στην ομάδα (χωρίς όμως να άρουν την εμπιστοσύνη τους ή την ηθική τους συμπαράσταση), ενώ μια καινούργια ώσμωση και ανασύνθεση άρχισε να δημιουργείται μεταξύ των νέων μελών, όπως άλλωστε ήταν φυσικό. Σ’ αυτή τη δεύτερη φάση της Πρωτοβουλίας, την οποία και πάλι συμβατικά ονομάσαμε της «19ης Ιουνίου», συνειδητοποιήθηκαν οι κρίσιμες αδυναμίες του εγχειρήματος. Ότι δηλαδή δεν μπορεί να λειτουργήσει το σχήμα αυτό με πρόσωπα που διαρκώς εναλλάσσονται, χωρίς μια σαφέστερη οργανωτική δομή και, το κυριότερο, χωρίς ταυτότητα. Η απόπειρα να συνταχθεί ένα κείμενο, με τίτλο «Ποιοι είμαστε και τι θέλουμε», δεν απέδωσε ουσιαστικά. Το κείμενο αυτό εντέλει δεν συνιστούσε την ειδοποιό διαφορά και, σωστά, επικρίθηκε ως πλαδαρό, γενικόλογο και ανεπαρκές για να εκφράσει το στίγμα μας.
Καθώς προχωρούσε το εγχείρημα αυτό στο χρόνο, τουλάχιστον από πλευράς μου, γινόταν όλο και πιο σαφές ότι δεν αποτέλεσε μια ευκαιριακή, παρορμητική και επιπόλαιη εκδήλωση. Ο στόχος που εμένα ενδιέφερε από την αρχή δεν ήταν προφανώς να κάνουμε κόμμα ή γκρουπούσκουλο αλλά να δημιουργήσουμε ένα χώρο (άλλον ένα, αν θέλετε) στον οποίο να μπορούν πολίτες (είτε ανήκουν σε κόμματα είτε όχι) να εκφραστούν με ένα διαφορετικό τρόπο για τα πολιτικά πράγματα. Έτσι όπως δεν μπορούν να το κάνουν ούτε στην κομματική τους οργάνωση, ούτε στο συνδικάτο ούτε στην όποια επιτροπή του Δήμου. Θα μου πει κανείς και γιατί δεν προχωρήσαμε στη δημιουργία χώρου δημοσιεύσεων. Κάναμε μια υποτυπώδη προσπάθεια με το ιστολόγιό μας. Η συμμετοχή μικρή, για διάφορους λόγους. Πιστεύω πως υπάρχει πολύς κόσμος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να γράφει άρθρα. Ίσως ούτε ένα απλό σχόλιο σε μια ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. Αντίθετα χρειάζεται την αμεσότητα, την προσωπική επαφή, τη συνελευσιακή διαβούλευση, την προφορική εναλλακτική ενημέρωση, τη συμμετοχή σε αποφάσεις.
Η δική μας απόπειρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων τα οποία στο κάτω-κάτω τα έχουν επεξεργαστεί συλλογικότητες ευρύτερες και εγκυρότερες από τη δική μας.
Η δική μας απόπειρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε την ακτιβιστική δράση των οργανωμένων δυνάμεων παρά να έχει μια οριακή παράπλευρη συμμετοχή.
Η δική μας απόπειρα είχε ένα μοναδικό και πολύ σημαντικό στοιχείο: μια υπόσχεση ελεύθερης, μετα-κομματικής σύνδεσης και επικοινωνίας των πολιτών με κυρίαρχο στοιχείο την ιδέα της ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ.
Δεν ζητάμε από τον πολίτη να μας «ακολουθήσει» σε κάτι, ο καθένας έχει τη δική του ωριμότητα, τις δικές του επιλογές. Τον καλούμε μόνο να έρθει σε επαφή και συνεννόηση με το συμπολίτη του σε ένα χώρο που κανείς άλλος αυτή τη στιγμή δεν του προσφέρει. Αυτό το χώρο θέλουμε να δημιουργήσουμε. Περιλαμβάνει ασφαλώς και την έντυπη και ηλεκτρονική επικοινωνία. Αλλά περισσότερο προϋποθέτει ένα δίκτυο το οποίο δεν θέτει καμιά άλλη προϋπόθεση παρά την αξία της αυτονομίας.
Στη σύσκεψη της Πρωτοβουλίας, που πραγματοποιήθηκε στο President στα μέσα Οκτωβρίου, οι αδυναμίες διαπιστώθηκαν με το λόγο ή τη σιωπή, με το νου ή με τη διαίσθηση. Οι νέοι φίλοι που μας πλαισίωσαν υπέδειξαν να συγκροτηθεί μια σταθερή ομάδα η οποία να αποτελέσει τον υποτυπώδη οργανωτικό κορμό για την –όποια– συνέχιση της απόπειρας, μια σχετική πρόταση είχα κάνει κι εγώ, μπορεί να συζητηθεί αν αυτό αξίζει να γίνει.
Μετά το πέρας της σύσκεψης ακολούθησε μια σιωπή, ίσως αναγκαία για να μπορέσει ο καθένας να σταθμίσει τι θέλει και τι πρέπει να κάνει. Ωστόσο, αυτή η σιωπή δεν είναι καλό να συνεχιστεί, γιατί θα παγιωθεί ως σιωπηρή συγκατάθεση στην απόλυτη διαγραφή της προσπάθειας που έγινε. Θέλουμε κάτι τέτοιο; Οφείλουμε να μιλήσουμε καθαρά, να πει ο καθένας τι σκέφτεται.
Θάνος Κωτσόπουλος
Υπήρχε φυσικά ένα πολιτικό υπόβαθρο στη σχέση μας: αφενός ότι ανήκουμε στην ίδια γενιά και αφετέρου ότι ουδέποτε απαρνηθήκαμε την ιδιότητα του ενεργού πολίτη που θέλει να παρεμβαίνει χωρίς ιδιοτέλεια στα κοινά.
Στη διάρκεια της πρώτης πολύμηνης περιόδου οι «12» αναζήτησαν μορφές πολιτικής δράσης και έκφρασης με γνώμονα το καλό του τόπου. Την υπέρβαση του δικομματισμού, τη δημιουργία ενός χώρου επικοινωνίας για πολίτες αποκλεισμένους από το δημόσιο διάλογο. Προσδοκία και σκεπτικισμός, αυτοπεποίθηση και δισταγμός, ελπίδα και αμφιβολία ήταν τα συναισθήματα που οριοθέτησαν την προσπάθειά μας να φτάσουμε σε μια πρώτη δημόσια έκκληση.
Κάτι που έγινε με την πρώτη ανοιχτή μαζική συγκέντρωση στο αμφιθέατρο του Ε.Ι.Ε. στις 19 Ιουνίου 2008.
Η συγκέντρωση εκείνη είχε επιτυχία, υπό την έννοια ότι προσήλθαν παλιοί φίλοι και γνώριμοι με ανάμεικτες μεν διαθέσεις αλλά με όρεξη για συνέχιση της προσπάθειας.
Το ίδιο το γεγονός της αναζήτησης ενός ανοιχτού, μη κομματικού χώρου από ανθρώπους με πολιτική εμπειρία και γνώσεις έδειχνε κάτι. Όλοι όσοι συμμετείχαν ή έδειξαν ενδιαφέρον θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρούν ότι καλύπτονται από τις ήδη υπάρχουσες λύσεις που προσφέρουν οι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Κι όμως, υπάρχει η ανάγκη για κάτι περισσότερο, με στοιχεία διαπροσωπικής επικοινωνίας, ήθους, πολιτισμού. Κανείς δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα χώρο ώριμων και χειραφετημένων πολιτών για καπέλωμα ή προσωπικό όφελος. Αυτά όλα ήταν, νομίζω, φανερά στη συγκέντωση της 19ης Ιουνίου.
Γι αυτό και η αρχική επιτροπή πρωτοβουλίας των «12» διευρύνθηκε με τη συμμετοχή σημαντικών και αξιόλογων προσώπων που αναζωογόνησαν και εμπλούτισαν την ομάδα πρωτοβουλίας.
Το διάστημα των 4 μηνών που ακολούθησε παρουσίασε νέες δυσκολίες, αφού ορισμένα παλαιότερα μέλη των «12» βρέθηκαν σε αντικειμενική αδυναμία να προσφέρουν τη συμμετοχή τους στην ομάδα (χωρίς όμως να άρουν την εμπιστοσύνη τους ή την ηθική τους συμπαράσταση), ενώ μια καινούργια ώσμωση και ανασύνθεση άρχισε να δημιουργείται μεταξύ των νέων μελών, όπως άλλωστε ήταν φυσικό. Σ’ αυτή τη δεύτερη φάση της Πρωτοβουλίας, την οποία και πάλι συμβατικά ονομάσαμε της «19ης Ιουνίου», συνειδητοποιήθηκαν οι κρίσιμες αδυναμίες του εγχειρήματος. Ότι δηλαδή δεν μπορεί να λειτουργήσει το σχήμα αυτό με πρόσωπα που διαρκώς εναλλάσσονται, χωρίς μια σαφέστερη οργανωτική δομή και, το κυριότερο, χωρίς ταυτότητα. Η απόπειρα να συνταχθεί ένα κείμενο, με τίτλο «Ποιοι είμαστε και τι θέλουμε», δεν απέδωσε ουσιαστικά. Το κείμενο αυτό εντέλει δεν συνιστούσε την ειδοποιό διαφορά και, σωστά, επικρίθηκε ως πλαδαρό, γενικόλογο και ανεπαρκές για να εκφράσει το στίγμα μας.
Καθώς προχωρούσε το εγχείρημα αυτό στο χρόνο, τουλάχιστον από πλευράς μου, γινόταν όλο και πιο σαφές ότι δεν αποτέλεσε μια ευκαιριακή, παρορμητική και επιπόλαιη εκδήλωση. Ο στόχος που εμένα ενδιέφερε από την αρχή δεν ήταν προφανώς να κάνουμε κόμμα ή γκρουπούσκουλο αλλά να δημιουργήσουμε ένα χώρο (άλλον ένα, αν θέλετε) στον οποίο να μπορούν πολίτες (είτε ανήκουν σε κόμματα είτε όχι) να εκφραστούν με ένα διαφορετικό τρόπο για τα πολιτικά πράγματα. Έτσι όπως δεν μπορούν να το κάνουν ούτε στην κομματική τους οργάνωση, ούτε στο συνδικάτο ούτε στην όποια επιτροπή του Δήμου. Θα μου πει κανείς και γιατί δεν προχωρήσαμε στη δημιουργία χώρου δημοσιεύσεων. Κάναμε μια υποτυπώδη προσπάθεια με το ιστολόγιό μας. Η συμμετοχή μικρή, για διάφορους λόγους. Πιστεύω πως υπάρχει πολύς κόσμος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να γράφει άρθρα. Ίσως ούτε ένα απλό σχόλιο σε μια ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. Αντίθετα χρειάζεται την αμεσότητα, την προσωπική επαφή, τη συνελευσιακή διαβούλευση, την προφορική εναλλακτική ενημέρωση, τη συμμετοχή σε αποφάσεις.
Η δική μας απόπειρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων τα οποία στο κάτω-κάτω τα έχουν επεξεργαστεί συλλογικότητες ευρύτερες και εγκυρότερες από τη δική μας.
Η δική μας απόπειρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε την ακτιβιστική δράση των οργανωμένων δυνάμεων παρά να έχει μια οριακή παράπλευρη συμμετοχή.
Η δική μας απόπειρα είχε ένα μοναδικό και πολύ σημαντικό στοιχείο: μια υπόσχεση ελεύθερης, μετα-κομματικής σύνδεσης και επικοινωνίας των πολιτών με κυρίαρχο στοιχείο την ιδέα της ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ.
Δεν ζητάμε από τον πολίτη να μας «ακολουθήσει» σε κάτι, ο καθένας έχει τη δική του ωριμότητα, τις δικές του επιλογές. Τον καλούμε μόνο να έρθει σε επαφή και συνεννόηση με το συμπολίτη του σε ένα χώρο που κανείς άλλος αυτή τη στιγμή δεν του προσφέρει. Αυτό το χώρο θέλουμε να δημιουργήσουμε. Περιλαμβάνει ασφαλώς και την έντυπη και ηλεκτρονική επικοινωνία. Αλλά περισσότερο προϋποθέτει ένα δίκτυο το οποίο δεν θέτει καμιά άλλη προϋπόθεση παρά την αξία της αυτονομίας.
Στη σύσκεψη της Πρωτοβουλίας, που πραγματοποιήθηκε στο President στα μέσα Οκτωβρίου, οι αδυναμίες διαπιστώθηκαν με το λόγο ή τη σιωπή, με το νου ή με τη διαίσθηση. Οι νέοι φίλοι που μας πλαισίωσαν υπέδειξαν να συγκροτηθεί μια σταθερή ομάδα η οποία να αποτελέσει τον υποτυπώδη οργανωτικό κορμό για την –όποια– συνέχιση της απόπειρας, μια σχετική πρόταση είχα κάνει κι εγώ, μπορεί να συζητηθεί αν αυτό αξίζει να γίνει.
Μετά το πέρας της σύσκεψης ακολούθησε μια σιωπή, ίσως αναγκαία για να μπορέσει ο καθένας να σταθμίσει τι θέλει και τι πρέπει να κάνει. Ωστόσο, αυτή η σιωπή δεν είναι καλό να συνεχιστεί, γιατί θα παγιωθεί ως σιωπηρή συγκατάθεση στην απόλυτη διαγραφή της προσπάθειας που έγινε. Θέλουμε κάτι τέτοιο; Οφείλουμε να μιλήσουμε καθαρά, να πει ο καθένας τι σκέφτεται.
Θάνος Κωτσόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)