TRANSLATION

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Η ερώτηση του Πιλάτου

Μόνο στο τέταρτο, το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ο Πιλάτος από τον Πόντο απευθύνει την ερώτηση προς τον Ιησού «και τι είναι αλήθεια». Είναι μια καθαρά «πολιτική» ερώτηση, όχι φιλοσοφική. Η ερώτηση ενός εκπροσώπου του ρωμαϊκού κράτους, ο οποίος θεωρεί τον Ιησού αθώο για όσα τον κατηγορούν, γι αυτό και –σύμφωνα και με τους 4 Ευαγγελιστές– προσπαθεί να τον απαλλάξει από τη θανατική καταδίκη. Η απορία του είναι γνήσια και καλοπροαίρετη. Προσπαθεί, έστω την τελευταία στιγμή, να αντιμετωπίσει ένα Πεπρωμένο με ένα Διάλογο, αναζητά την υπέρβαση ενός ριζικού διχασμού. Σήμερα θα το περιγράφαμε ως χάσμα «πολιτικής και ιδεολογίας». Αλλιώς όμως θα το λέγαμε διχασμό του «κόσμου των γεγονότων» με τον «κόσμο των αληθειών».
Ίσως ο Ιησούς αποκρινόταν στην ερώτηση αυτή με μια νέα ερώτηση: «τι είναι η πραγματικότητα». «Για τον Πιλάτο η πραγματικότητα είναι το παν, για τον Ιησού δεν ήταν τίποτε», παρατηρεί ο Ο.Σ. (ένας φίλος που θέλει να μείνει εδώ μόνο με τα αρχικά του) και επισημαίνει ότι η ερώτηση του Πιλάτου συμπυκνώνει «όλο το νόημα της ιστορίας, ότι μόνο η πράξη μετράει, η παντοδυναμία του κράτους και της επιτυχίας».
Κάποιοι από μας περάσαμε τα νεανικά μας χρόνια πεισμένοι πως έχουμε ξεπεράσει αυτό το δραματικό δίλημμα. Γιατί δεν πιστεύαμε στο διχασμό της πολιτείας του θεού και της πολιτείας του ανθρώπου. Η ίδια η πολιτική, η πράξη του ενεργητικού ανθρώπου που αγωνίζεται όχι για τη σωτηρία της ψυχής του ή για την ενοχή και το προπατορικό αμάρτημα αλλά για την ανθρωπιά της ύπαρξής του αποτελεί –λέγαμε– τη δοκιμασία που σπάει το σύνορο μεταξύ πολιτικού γεγονότος και πολιτικής αλήθειας.
Μετά ήρθαν οι μέρες της «ωριμότητας». Το Σύστημα, νικηφόρο και πανίσχυρο αφού πρώτα ακύρωσε «επιστημονικά», στη συνέχεια απέσυρε «ως ξεπερασμένα» τα παλιά εργαλεία μας (δικαιοσύνη, κοιν.τάξεις, επανάσταση, σοσιαλισμός) και διέσπασε την ενότητα πολιτικού γεγονότος και πολιτικής αλήθειας. Θέλησε να μας βάλει στο νου πως όποιος διεκδικεί την αλήθεια μέσω της πολιτικής δράσης είναι ένας (αμετ)ανόητος. Η πολιτική, μας είπε, είναι για τους πολιτικούς (επαγγελματίες) του κοινοβουλευτισμού και η «αλήθεια» για τη θρησκεία (σ’ αυτό έβαλαν πλάτη κυρίως οι «επιστήμονες»).
Αν ξέχασαν οι «ρεαλιστές» μας πόσο βαθειά «θρησκευτικός» είναι ο κοινοβουλευτισμός (ιδίως ο δικομματικός) ας ανατρέξουν στις αγγλικές ρίζες του ή ας μας ρωτήσουν. Ή ξέχασαν ότι στην αρχαία ελληνική πόλη τέτοιοι διχασμοί δεν υπήρχαν;
Τώρα αρχίζουμε να συνερχόμαστε απ’ τη νάρκωση. Ίσως προλαβαίνουμε.

Θάνος Κωτσόπουλος

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Σε αναζήτηση νέων μορφών πολιτικής δράσης

Παρά τις προβλέψεις ορισμένων θεωρητικών της πολιτικής επιστήμης ότι το παραδοσιακό «αγωνιστικό ρεπερτόριο» των κοινωνικών κινημάτων (διαδηλώσεις, καταλήψεις, συγκρούσεις με την αστυνομία κλπ.) θα έχανε την απήχησή του και θα ξεθώριαζε, η ζωή, ιδίως τα τελευταία χρόνια, απέδειξε το αντίθετο. Η διαμαρτυρία στον ανοικτό δημόσιο χώρο παραμένει ίσως η κυριότερη ελπίδα του κοινωνικά ριγμένου και πολιτικά προδομένου ανθρώπου για πολιτική συμμετοχή, αφού το σύστημα επιμένει να τον κρατά σε στέρηση και αποκλεισμό.
Υπάρχει φυσικά μια 20ετία (1980-2000) κατά την οποία η αγωνιστική πολιτική δράση συρρικνώθηκε και οι λόγοι είναι περίπου γνωστοί. Σήμερα απομένει ως απόηχος ένα αίσθημα κόπωσης για τις παλιές και τετριμμένες μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας και δράσης, εκείνες τουλάχιστον με τις οποίες πάντα εκφράζονταν τα κοινωνικά κινήματα. Το αγωνιστικό ρεπερτόριο μοιάζει «εκτός μόδας» και αναζητούνται νέες μορφές πολιτικής δράσης, πιο «αντισυμβατικές», όπως π.χ. το μποϋκοτάρισμα ορισμένων προϊόντων, η κατανάλωση «με πολιτικό ή ηθικό μήνυμα», χτυπήματα στους μεσάζοντες, η «ηθική χρηματοδότηση», ο «ηθικός τουρισμός», τα ηλεκτρονικά δίκτυα με ομαδικά email ή ιστοσελίδες, η παραπλάνηση των δημοσκοπήσεων, ίσως ακόμα και η σατιρική εκπομπή ενός ταλαντούχου κωμικού αλλά και η επιβράβευση της κοινωνικής αλληλλεγγύης. Παλιές και νέες μορφές πολιτικής πράξης με κριτήριο την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την ουσία της δημοκρατίας, τις ειρηνικές σχέσεις των λαών, την ανθρωπιά, το σεβασμό της φυσιογνωμικής ιδιαιτερότητας, δεν αντιπαρατίθενται. Εμείς επιλέγουμε την προσφορότερη, σημασία έχει η επίγνωση του στόχου.
Το γεγονός ότι αυτό το εναλλακτικό αγωνιστικό ρεπερτόριο είναι πρόσφατο και δοκιμάζεται ακόμα σε κάποιες χώρες της Ευρώπης πρέπει να μας κάνει καταρχήν επιεικείς με τα όποια ενδεχόμενα λάθη του και ανοικτούς στην πρωτοτυπία του, χωρίς ωστόσο να παραιτηθούμε από την όποια κριτική θέλουμε να ασκήσουμε στην Α ή Β εφαρμογή του. Πολλές θα είναι οι αντιφάσεις και τα ασυνάρτητα κενά που θα εμφανιστούν από ακτιβιστικές δράσεις οι οποίες θα απευθύνονται σε ευρύ, διαταξικό και τυχαίο κοινό και σε σημαντικό βαθμό θα στηρίζουν την επιτυχία τους στον αιφνιδιασμό, την αυτοματική αντίδραση, το όπλο του παράδοξου αλλά και το χιούμορ. Οι πολίτες, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη κομμάτων, απλοί ψηφοφόροι ή ανένταχτοι έχουν ανάγκη να εκφραστούν πολιτικά με περισσότερη δημιουργικότητα και φαντασία και συνεπώς θα αναπτύξουν θετική στάση απέναντι σε τέτοιες πρωτοβουλίες. Αυτός ο ίδιος ο εμπλουτισμός των πολιτικών δράσεων θα αποτελέσει κίνητρο να σπάσει ο γύψος του απονεκρωμένου και παραμερισμένου πολίτη.
Η ομάδα πρωτοβουλίας «Συμπολίτες» έχει ήδη αρχίσει ένα διάλογο πάνω σ’ αυτά τα θέματα. Επιθυμία όλων των συμμετεχόντων είναι, πιστεύω, μια ανοιχτή πρόσκληση σε όλους. Στην ιστοσελίδα simpolites.blogspot.com μπορεί να αρχίσει ένας διάλογος με κατάθεση σχετικών ιδεών και προτάσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμετοχή νέων ανθρώπων από το χώρο που καθένας βρίσκεται. Οι ιδέες, η φαντασία, το χιούμορ και η πρωτοτυπία των νέων θα είναι ο φρέσκος αέρας για να διαμορφωθεί συλλογικά, δημοκρατικά, με ανοικτό διάλογο, από τα θεμέλια ένα νέο τοπίο αγωνιστικών παρεμβάσεων και ανατροπών. Ο τόπος μας χρειάζεται τη συμμετοχή μας. Ας προσπαθήσουμε.
Θάνος Κωτσόπουλος

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Η πολιτική ως θρησκευτικό καθήκον

Εύχομαι το κείμενο αυτό να εκληφθεί ως ευκαιρία για προβληματισμό και να διαβαστεί με εύθυμη και ανάλαφρη διάθεση, σαν μια φλύαρη θεωρητικολογία χωρίς άμεσα υπονοούμενα.

Ομολογώ βέβαια ότι την αφορμή μου έδοσε η διαπίστωση, από πλήθος δημοκρατικών ανθρώπων, κυρίως δε εν αποστρατεία αριστερών, της αναγκαιότητας «κάτι να κάνουν» στην κρίσιμη τούτη εποχή. Όλοι συμφωνούν ότι υπάρχει πολιτικό έλλειμμα και πιεστικά προβλήματα του τόπου και ισχύει αυτό που λέμε «δεν πάει άλλο». Έχει όμως ενδιαφέρον η ανάπτυξη κριτικής σκέψης για τα κίνητρα της ανάγκης για δράση. Σημασία δεν έχει μόνο να επιλέξει κανείς τι να κάνει αλλά και να μπορέσει να τοποθετήσει τη δράση σ’ ένα πλαίσιο κριτικής δοκιμασίας.
Η ρητορική περί ενός πολιτικού «κενού» και η συνακόλουθη απόρριψη όλων των διαθέσιμων κομμάτων ως πεδίων απορρόφησης αυτής της ανάγκης για δράση σημαίνει ότι υπάρχει (αυτό τουλάχιστον υποθέτουμε) ένας άλλος χώρος, ένα άλλο πεδίο. Οι πράξεις όμως που θα εκδηλωθούν και θα γεμίσουν αυτό τον άλλο χώρο θα πρέπει να διερευνηθεί μήπως είναι «ουσιαστικού περιεχομένου» (και θα εξηγήσω στο τέλος τι εννοώ με αυτό τον όρο).

Ας φύγουμε τώρα από το σημείο που στεκόμαστε και ας πάμε στη θέση μιας καθαρά χριστιανικής αντίληψης. Για τον συνεπή χριστιανό (περισσότερο τον προτεστάντη) το «πολιτικό καθήκον» δεν είναι κάτι αδιάφορο. Στις ΗΠΑ και τις αναπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες το θέμα αυτό είναι σημαντικό και καταλαμβάνει συνεχώς περισσότερο χώρο στο σύνολο του πολιτικού πράττειν (θεσμικό και μη). Στις χώρες αυτές ο χριστιανός οφείλει να θέτει επιτακτικά το ερώτημα όχι απλώς αν κάνει αυτό που πρέπει αλλά και να μη μένει αδρανής από τη στιγμή που αισθάνεται την «προσκαλούσα φωνή» να επιτάσσει στη συνείδησή του να πράξει το καθήκον του.
Το «προσκλητήριο για το καθήκον», η vocatio του χριστιανικού μεσαίωνα, είχε την έννοια της κλήσης προς ειδικότερα θρησκευτικά καθήκοντα μέσα από την ιδιότητα του κληρικού ή μοναχού. Αργότερα, στη Μεταρρύθμιση, η vocatio αποσπάστηκε από την αυστηρά θρησκευτική διάσταση και ειδικά από την εκκλησιαστική ιεραρχία και πήρε την έννοια μιας ευρύτερης προσήλωσης σε καθήκοντα και συμπεριφορές με εγκόσμιο περιεχόμενο, κυρίως μέσα από την χρησιμότητα και την προσφορά του επαγγέλματος. Μέσα από τη φιλότιμη, συνετή, έντιμη, υπεύθυνη άσκηση του επαγγέλματος καταργείτο η διαφορά μεταξύ θρησκευτικού και κοσμικού, υψηλότερου και ταπεινότερου καθήκοντος, ενώ ταυτόχρονα, κατά την προτεσταντική ηθική πάντα, μπορούσε ο ασκών το επάγγελμα (άσχετα αν ήταν κληρικός, γεωργός, γιατρός ή δημόσιος υπάλληλος) να διατηρεί ελπίδες για την προσωπική του σωτηρία.

Σημειωτέον ότι, ουσιώδες χαρακτηριστικό της προτεσταντικής ηθικής ήταν και είναι η φιλοτιμία και η υπευθυνότητα να μην επιδεικνύεται με ατομικιστικό κίνητρο αλλά με την αίσθηση της προσφοράς στο συνάνθρωπο, στην ευρύτερη ανθρώπινη κοινότητα.
Τα θέματα αυτά έχει αναλύσει με μοναδικό τρόπο ο γερμανός κοινωνιολόγος Μ. Βέμπερ ιδίως στο έργο του Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού.
Θα έλεγε λοιπόν κανείς, μετά από αυτά, ότι ο Ευρωπαίος ή ο Αμερικανός που τηρεί με την παραπάνω έννοια τους κανόνες του επαγγελματισμού μπορεί να είναι ήσυχος ότι, σε μεγάλο βαθμό, εκπληρώνει το ηθικό χρέος του και μόνο συμπληρωματικά μπορεί να αισθάνεται ανάγκη για περισσότερη προσφορά.
Κάθε άλλος, ο οποίος δεν ασκεί επάγγελμα ή θεμελιώδη κοινωνικό ρόλο με αναγνωρισμένη προσφορά (όπως π.χ. μητέρα), δε βρίσκεται δηλαδή σε μια δραστηριότητα η οποία επαρκεί για την εκπλήρωση του καθήκοντος, οφείλει να αναζητήσει (πάντα κατά τη χριστιανική και ιδίως προτεσταντική ηθική) την «κλήση» του σε ένα ευρύτατο πεδίο δραστηριοτήτων του καθενός: φιλανθρωπική δράση, συμπαράσταση σε κάθε δοκιμαζόμενο συνάνθρωπο κλπ.

Το αμέσως επόμενο ζήτημα προς εξέταση είναι αν η πολιτική συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτή την έννοια του επαγγέλματος. Δύο τρόπους έβλεπε ο Μ.Βέμπερ να υπάρχουν για να θεωρηθεί η πολιτική επάγγελμα: ή να ζει κανείς «για» την πολιτική ή να ζει «από» την πολιτική, χωρίς όμως (και εδώ θέλει προσοχή) το ένα να αποκλείει το άλλο (κατά τον Βέμπερ βέβαια ο οποίος εντάσσεται σ’ έναν προτεσταντικό πολιτισμό). Η προτεσταντική έννοια του επαγγέλματος όχι μόνο δεν ενοχοποιεί το οικονομικό στοιχείο αλλά ίσα-ίσα το εξυψώνει. Γι αυτό και σε μας εδώ η έννοια του επαγγελματία πολιτικού ηχεί σχεδόν δυσφημιστικά ενώ στο προτεσταντικό πλαίσιο το αντίθετο, εφόσον βέβαια τηρούνται οι γενικές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν.
Ας επιστρέψουμε όμως στο κυρίως θέμα, της πολιτικής συμμετοχής και δράσης ως χριστιανικού θρησκευτικού καθήκοντος. Εδώ, ιδίως στις προτεσταντικές χώρες, θα ανέμενε κανείς λογικά να υπάρχει μια καταρχήν αδιαφορία για την ενασχόληση με τα πολιτικά εφόσον υπάρχουν οι αντίστοιχοι επαγγελματίες οι οποίοι, εφόσον κάνουν σωστά τη δουλειά τους, επικουρούμενοι και από τους υψηλού επαγγελματισμού δημοσίους υπαλλήλους, καλύπτουν κάθε ανάγκη σχετική με το πολιτικό στοιχείο.

Ωστόσο δεν είναι τόσο απλό. Ο εκλεκτός χριστιανός (υπενθυμίζω ότι εστιάζουμε πάντα στον προτεστάντη) οφείλει να φροντίζει διαρκώς για τη δόξα του θεού (του) και επομένως να είναι κοινωνικά χρήσιμος. Διακατέχεται συνεπώς πάντα από το άγχος του ανεκπλήρωτου χρέους (με συνέπειες και στην προσωπική του σωτηρία). Το άγχος αποτελεί θεμελιώδη και με θετικό πρόσημο έννοια όχι μόνο στη σύγχρονη θεολογία και φιλοσοσφία αλλά και ψυχανάλυση.
Ιδίως στην αμερικανική φιλελεύθερη παράδοση το χρέος της πολιτικής συμμετοχής ως εκπλήρωσης ενός κατ’ ουσίαν θρησκευτικού καθήκοντος είναι αυτονόητο. Από το σημείο αυτό εύκολα μεταβαίνει ο αμερικανός ευαγγελιστής πλέον στην αντίληψη της δημοκρατίας ως απλού «μέσου» για την επίτευξη ενός θρησκευτικού χρέους.


Στην άλλη πλευρά, της ρωμαιοκαθολικής πρακτικής, η Ιταλία αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γραφής. Το επίθετο "ηθικός" έχει γίνει η μαγική λέξη. Η "επιστροφή στην ηθική" η τελευταία λέξη της μόδας. Μια νεόκοπη πολιτική "φιλανθρωπία" έχει εμφανιστεί, αυτοδιαφημιζόμενη ως "αριστερή" με άκρες στο Βατικανό αλλά και στον μπερλουσκονισμό, τον οποίο υποτίθεται επικρίνει.

Αντίστοιχα γίνεται αντιληπτή και η έννοια του ακτιβισμού. Η αναζήτηση δράσεων γίνεται με βάση ένα βαθύ νομιμοποιητικό ηθικό στοιχείο που θα πρέπει αυτοτελώς να διαθέτει η πράξη. Προϋποτίθεται συνεπώς ένα «ουσιαστικό περιεχόμενο» σε κάθε ενέργεια. Κάθε «ουσιώδες» που εκπληρώνεται αποτελεί μια εκδήλωση χάρης, κάθε πραγματοποίηση ενός ουσιώδους περιεχομένου επικυρώνει την εγωκεντρική αυτάρκεια της ανταπόκρισης στο χρέος. Αυτό ακριβώς το άκριτα ουσιολογικό και ενδεχομένως φετιχιστικό στοιχείο είναι που καθιστά την επιλογή ακτιβιστικών δράσεων τυχαία, ανάλογα με την περίσταση, γιατί σημασία δεν έχει ο βαθύτερος ειρμός μεταξύ της μιας και της άλλης δράσης αλλά το ατομικό ηθικό κέρδος από την ίδια την πράξη ως αυτοσκοπού, όπως και στη φιλανθρωπία.

Θάνος Κωτσόπουλος

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Ξανά το φάντασμα των Ελλήνων!

Στην Κυριακάτικη Αυγή της 5ης Οκτωβρίου 2008 δημοσιεύτηκε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του κ. Δ. Βεργέτη με τίτλο «Η μίμηση ως αρχαιολογία της νεωτερικότητας» το οποίο προσφέρει μια ευκαιρία για διάλογο και προβληματισμό.Ο λόγος λοιπόν για την Ευρώπη και για ένα ‘φάντασμα’ που εδώ και αιώνες, κατά τον κ. Βεργέτη, την «ταλαιπωρεί»: το φάντασμα των αρχαίων Ελλήνων. Διαβάζω ότι από την Αναγέννηση και μετά η Ευρώπη δεν μορφοποιεί την ταυτότητά της με αυτοθέσμιση αλλά μέσω μίμησης των «θεσμικών και αισθητικών μοτίβων του αρχαιοελληνικού κόσμου». Η ευρωπαϊκή σκέψη, όχι μόνο στο επίπεδο του πολιτικού λόγου αλλά και της φιλοσοφικής και αισθητικής αναζήτησης, κατά τον συντάκτη του άρθρου, αυτοπαγιδεύτηκε στο αδιέξοδο του καθορισμού της μήτρας της ταυτότητάς της με βάση τη μίμηση μιας εξιδανικευμένης ‘ετερότητας’, ενός επινοημένου μύθου, ο οποίος δεν ήταν καν ακριβές αντίγραφο (του όποιου) πρωτοτύπου του. Το οποίο πρωτότυπο, όπως αναπτύσσεται στο δεύτερο μέρος του άρθρου, το «ίδιον» των Ελλήνων «ουδέποτε έλαβε χώρα», κατά τον Λακού-Λαμπάρτ. Αλλά επ’ αυτού και για το θέμα της μίμησης θα επανέλθουμε αργότερα.

Ας δούμε πρώτα το θέμα της μίμησης των Ελλήνων: μια κακή ‘ιστορική στιγμή’ (άλλη εξήγηση δεν προτείνεται) έφερε το σχηματισμό αυτού του τύπου της ευρωπαϊκής ταυτότητας να συμβαδίζει παράλληλα με αναδυόμενες «εθνικές ή εθνικιστικές ανάγκες» αλλά και να συναρτάται, ακόμη πιο ‘εργαλειακά’, με ιδεολογικές και πολιτικές συγκυρίες (εθνικιστικές εξάρσεις, ρατσισμό, φονταμενταλιστικό ολοκληρωτισμό και παρόμοια).
Ως παραδειγματική συνέπεια της εμμονής σ’ αυτό το μιμητισμό παρατίθεται ο ναζιστικός εκτροχιασμός της Γερμανίας. Η Γερμανία, μάλιστα, προτείνεται ως το κατεξοχήν παράδειγμα, αφού, «αναζητώντας την εθνική και πολιτική της ταυτότητα επινόησε μια όλως άλλη αρχαιότητα – μια τελείως άλλη Ελλάδα – ως απαρχή και πρότυπο ενός ασύγκριτου πεπρωμένου». Αυτό το «ανεκτέλεστο» πεπρωμένο ανέλαβε να ενσαρκώσει η Γερμανία με τη γνωστή οδυνηρή κατάληξη.
Ο κ. Βεργέτης δεν παραλείπει να αναφερθεί στη «σαγήνη» της μίμησης των αρχαίων Ελλήνων όπως έλαβε χώρα και στη Γαλλία και Ιταλία, μόνο που εκεί παρέμεινε στο επίπεδο της «νεοκλασικής επικαιροποίησης» των Ελλήνων (οπότε, προκύπτει λογικά, ο περιορισμός της στο αισθητικό πεδίο και η μη επέκτασή της στο πολιτικό λειτούργησε ως ένας βαθμός προστασίας σε σύγκριση με όσα συνέβησαν στη Γερμανία).
Κατάπληξη μου προκάλεσε καταρχήν η ριζικότητα και ευρύτητα της κριτικής. Διότι αν στόχος της ήταν μια χώρα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο θα καταλάβαινα το εφικτό του εγχειρήματος. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ολόκληρη την Ευρώπη, από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα και με όλους τους (αρχαίους) Έλληνες! Πρόκειται για πολύ φιλόδοξο σχέδιο, αναμφισβήτητα.
Σχέδιο που βασίζεται οπωσδήποτε σε τρεις παραδοχές:
(α) Υποτίθεται μια «ευρωπαϊκή ταυτότητα» η οποία, από την εποχή που μπορεί κανείς να μιλά για Ευρώπη, συγκροτήθηκε μιμούμενη τους αρχαίους Έλληνες. Αυτή την πρώτη παραδοχή θα ήθελα να σχολιάσω και να αμφισβητήσω.
(β) Το προς μίμηση πρότυπο ήταν επινοημένο και «τελείως άλλο» (προφανώς από κάποιο το οποίο διαθέτει πιστοποιητικό μοναδικότητας και αυθεντικότητας – κάτι που όμως στο άρθρο αποκλείεται με την απόφανση του Λακού-Λαμπάρτ ότι ουδέποτε υπήρξε «ίδιον» των Ελλήνων, συνεπώς παραδοχή άτοπη).
(γ) Η απροϋπόθετη και ανεπιφύλακτη υποδοχή της πρώτης ύλης του προτύπου στους υποψήφιους μιμητές, ιδίως στο πολιτικό πεδίο, συνεπαγόταν περισσότερο κίνδυνο ολοκληρωτικών εκτροπών. Ας μου επιτραπεί για λόγους προφανείς να μη σχολιάσω αυτή την τρίτη παραδοχή -εκτός απροόπτου!

Καταρχήν από πού προκύπτει το αυτονόητο της ευρωπαϊκής ταυτότητας.Πώς είναι, στη συνέχεια, δυνατό να σαρώνονται με τόση ευκολία μεγάλα θέματα όπως π.χ. η Αναγέννηση, η αρχαία Ελλάδα κλπ. Να υποθέσουμε ότι η Αναγέννηση (με όλο της το γοτθικό βάθος) σηματοδοτεί το θεμέλιο λίθο της ευρωπαϊκής ταυτότητας και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μίμησης της ελληνικής αρχαιότητας; Ίσως είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς τις απαρχές της ευρωπαϊκής ταυτότητας αλλά, για την ευκολία της συζήτησης, έστω, ας αρχίσουμε από την Αναγέννηση παραθέτοντας σκόρπιες στιγμές που δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα (δυστυχώς) πολύ λίγο διαμορφώθηκε από μια βαθειά σχέση με την αρχαία Ελλάδα.Ο Πετράρχης (στο πρόσωπο του οποίου συμβολίζεται η Αναγέννηση, ο δυτικός κλασικισμός αλλά και ο ιδεαλιστικός τύπος θεώρησης της αρχαιότητας) μελετούσε και αγαπούσε τα έργα των Ελλήνων, προσπαθώντας να μάθει ελληνικά από το μοναχό Βαρλαάμ από την Καλαβρία χωρίς ωστόσο να βγαίνει από τη λατινική παράδοση. Ο Βοκάκιος μόλις που μπορούσε να διαβάσει ελληνικά και ανέθεσε στον ανεπαρκή Λέοντα Πιλάτο τη μετάφραση του Ομήρου. Αναβίωση των κλασικών σπουδών δε θα συνέβαινε, αναμφισβήτητα, χωρίς τη συμβολή των λόγιων Κωνσταντινουπολιτών (Χρυσολωράδες, Αργυρόπουλοι, Βησσαρίωνες και λοιποί), αν και η Ανατολή δεν ήταν καν στο στοίχημα της μίμησης, ή χωρίς την υψηλή αίσθηση της αξίας των αναξιοποίητων χειρογράφων τα οποία οι δυτικοί λόγιοι διέσωσαν. Ωστόσο, η συνείδηση των δυτικών χριστιανών ουμανιστών, του σαλονιού ή του κελλιού, της τιάρας ή του σκούφου, δεν διαχώριζε εντελώς καθαρά το latinus graecissimus από το graecus latinissimus.Μετά από 15 αιώνες λήθης ήταν τα έργα του Τερέντιου και του Πλαύτου που άρχισαν να παίζονται στα θέατρα της Φλωρεντίας, της Ρώμης, της Φεράρας ή της Παβίας και όχι του Αριστοφάνη. Με πόση ειλικρίνεια δεν ομολόγησε ο Αριόστο ότι τα θεατρικά έργα του, Cassaria και Suppositi, υπήρξαν απλές απομιμήσεις των λατίνων δασκάλων του! Κι αν η απόπειρά του στον Orlando Furioso να μιμηθεί τον Όμηρο εξαντλήθηκε σε έναν απλοϊκό ποσοτικό στόχο, να καταφέρει δηλαδή να φτάσει τους 39.000 στίχους, όσοι και της Ιλιάδας και Οδύσσειας, τα θέματά του, με τους ιππότες του Καρλομάγνου, εξαντλούνται στο νικηφόρο πεπρωμένο της χριστιανοσύνης απέναντι στο Ισλάμ. Την ίδια ώρα στους φλορεντινούς δρόμους διοργανώνονταν τα καρναβαλικά triomfi με διασημότερο το «Θρίαμβο του Βάκχου» σε στίχους του Μέδικου Λαυρέντιου. Τη βακχεία του στίχου chi vuol esser lieto sia θα επιχειρήσει να αποδώσει στην «Άνοιξη» ο Μποτιτσέλι, θαυμαστής (όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες) του Σαβοναρόλα.Αργότερα, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου έκαναν την εμφάνισή τους οι momari και η βενετσιάνικη κωμωδία του τύπου του Stephanium, του Φρα Αρμόνιο, ενώ όποιος στεκόταν στο Ριάλτο ήταν αδύνατο να αποφασίσει αν βρίσκεται στην Ανατολή ή στη Δύση.Η βιβλιοθήκη του μέγιστου Λεονάρντο ντα Βίντσι αριθμούσε 37 όλους κι όλους τόμους: Βίβλο, Αίσωπο, Διογένη Λαέρτιο, Οβίδιο, Λίβιο, Πλίνιο (Πρεσβύτερο), Δάντη, Πετράρχη Πότζιο, Φίλελφο, Φιτσίνο και Πούλτσι. Από πού λοιπόν μπορούσε να αντλήσει υλικό για μίμηση;Αλλά και τι κοινό θα μπορούσε κανείς να βρει ανάμεσα στις ηδυπαθείς σαρκώδεις γυναίκες του Τισιανού, όπως η «Φλόρα» ή η «Κόρη της Ηρωδιάδας» και την Αφροδίτη της Μήλου ή στον τρόπο που προσλαμβάνει το διονυσιακό στοιχείο στον «Βάκχο και Αριάδνη»; Πόση είναι η αρχαιοελληνική μίμηση στην «Κοιμωμένη Αφροδίτη» ή την «Υπαίθρια Γιορτή» του Τζιορτζιόνε; Τουλάχιστον ο Τσόσερ παραδεχόταν καθαρά ότι στον «Τρωίλο και Χρυσηίδα» είχε κατακλέψει τον Βοκάκιο.Υπήρξε, φυσικά, η μετανάστευση της αρχαίας Ελλάδας στην Ιταλία (που δεν ήταν άσχετη από την προσπάθειά της να χειραφετηθεί από το βυζαντινό και μαυριτανικό γούστο) και αξίζει να μνημονεύσει κανείς περιπτώσεις όπως του πάπα Νικολάου Ε΄. Αλλά η λατρεία του προς τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Πολύβιο, το Διόδωρο, το Θεόφραστο δεν ήταν μεγαλύτερη από εκείνη για τον Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο Ναζιανζηνό, το Γρηγόριο Νύσσης ή το πρωτότυπο του Ευαγγελίου του Ματθαίου, με τον ίδιο τρόπο που ο Ραφαήλ θα τοποθετούσε στις αίθουσες του Βατικανού τους Έλληνες φιλοσόφους δίπλα στους χριστιανούς αγίους, οργανώνοντας έτσι τη μεγαλοφυέστερη συναίνεση (αλλά και απόπειρα καθυπόταξης της Ελλάδας, όπως πιστεύω) που μπορεί να συλλάβει νους, με την κατά τα άλλα αριστουργηματική «Σχολή των Αθηνών».Η αντιχριστιανική εξέγερση του Μακιαβέλι έγινε στο όνομα της ρωμαϊκής και όχι της ελληνικής ηθικής.Ο Έρασμος είχε πάθος για τα ελληνικά αλλά δεν διέκρινε τον Ευριπίδη και τον Επίκουρο από τον Σενέκα και αυτόν από τον Απόστολο Παύλο. Προσπάθησε να επεξεργαστεί τις επικούρειες αντιλήψεις του θεολογικά συνδιαλλάσσοντας τον Επίκουρο με το Χριστό.Ο αντιαναγεννησιακός και αντιουμανιστής Λούθηρος είχε πολύ κακές προδιαθέσεις και επιδόσεις με τα ελληνικά. Αποκαλούσε τον Αριστοτέλη καταραμένο, αλαζόνα και αισχρό ειδωλολάτρη. Για το «μέγα» κατόρθωμά του να μεταφράσει τη Βίβλο στα γερμανικά χρησιμοποίησε τη λατινική έκδοση της Καινής Διαθήκης που είχε κάνει ο Έρασμος το 1516.Ακόμη και τον Ζβίγγλιο χαρακτήρισε «άπιστο» ο Λούθηρος μόνο και μόνο γιατι στο έργο του Christianae fidei brevis et clara expositio ισχυρίστηκε ότι στον παράδεισο θα συναντήσει μαζί με τον Αβραάμ, το Μωυσή και τον Ησαΐα και πολλούς άλλους αγαθούς Εβραίους και Έλληνες ειδωλολάτρες, όπως τον Ηρακλή, το Θησέα, το Σωκράτη, τους Κάτωνες ή τον Σκιπίωνα.Τέλος, ενώ η συμβολή του Λούθηρου στη συζητούμενη διαμόρφωση της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» δεν είναι διόλου ασήμαντη, την ίδια στιγμή κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σχέση μεταξύ των ιδεών του και του αφυπνιζόμενου γερμανικού εθνικισμού. Θα θεωρούσα λοιπόν πολύ περισσότερο επικίνδυνο παράγοντα για το ναζιστικό «εκτροχιασμό» της Γερμανίας τη φονταμενταλιστική αδιαλλαξία και τον δηλωμένο, άγριο αντισημιτισμό του Λούθηρου από το μιμητισμό της αρχαίας Ελλάδας.Ή μήπως η θεοκρατική δικτατορία του Καλβίνου, ο φριχτότερος ολοκληρωτισμός των νεώτερων χρόνων, άντλησε την έμπνευσή της από την αρχαία ελληνική αυτονομία;Αργότερα πάλι, ο κλασικισμός, με περισσότερο ρωμαϊκές επιρροές παρά ελληνικές, αυτοπαγιδεύτηκε σ’εναν αμφίβολο ενθουσιασμό για το καθαρά διακοσμητικό στοιχείο και δεν αποτελούσε πια ούτε καν μίμηση παρά μίμηση μιας παλαιότερης μίμησης, μια μίμηση μίμησης.

«Μίμηση» της ελληνικής αρχαιότητας κατά τη γνώμη μου δεν υπήρξε. Και μόνο γιατί οι «Έλληνες» μετά το τέλος της αρχαίας πόλης αποτελούσαν, πια, για τους δυτικούς ευρωπαίους περισσότερο μια θρησκευτική έννοια, μια κοινότητα πίστης ή ένα ζήτημα αισθητικής, γούστου με καλό ιστορικό ένστικτο, ένα υποταγμένο συμπλήρωμα παιδείας και όχι ένα στοίχημα αγώνα. Αλλά και η ίδια η μίμηση (και δε μιλάμε για το μαϊμουδισμό) είχε υποστεί τη φθορά της μεταφύτευσής της σε ένα ακατάλληλο πια έδαφος.
Είναι προφανής και κατανοητή η εχθρότητα ορισμένων για τη μίμηση, στο βαθμό που τους παραπέμπει στην ομοίωση κι απο κει στον εφιάλτη του «ιδίου» και την απαλειφή του διχασμένου εαυτού ως θεμέλιας και καταστατικής πρότασης τηε κοσμοθεώρησής τους. Η ιστορία του Οδυσσέα και του Αβραάμ είναι γνψστή από τον Λεβινάς. Αλλά ας σκεφτούν ότι η μίμηση αποκαλύπτει με περισσότερο θάρρος όχι μόνο το ρήγμα του εαυτού και του άλλου αλλά αποτελεί η ίδια μια μαιευτική. Για παρηγοριά από τους φόβους για τους Έλληνες ας ανατρέξουν στο Σεφέρη και την ενθάρρυνσή του για τη μίμηση, γενικά αλλ΄και ειδικά για την ποίηση, παραπέμποντας σ’ εκείνους που έλεγαν ότι η μίμηση αποτελεί «μέγα νόμο των κοινωνιών και των φιλολογιών και ότι η αληθής εθνική ποίησις δεν είναι παρά η ποίησις χωρίς πατρίδα».
Σύμφωνα με μια αφήγηση η μίμηση είναι η ουσία της τέχνης ενώ με μια άλλη η μίμηση είναι το καταφύγιο του ψεύδους, της νοσηρότητας όταν γίνεται μίμηση της μίμησης. Η τέχνη της μίμησης ωστόσο είχε ήδη χαθεί από τα ρωμαϊκά χρόνια. Πόσο μάλλον στη σκοτεινή και μουδιασμένη Δύση του ύστερου Μεσαίωνα.Το δέος απέναντι στην ελληνική αρχαιότητα που αισθάνονταν όχι μόνο αμφισβητίες της θεοκρατίας, όπως οι ουμανιστές διανοούμενοι αλλά και πρόσωπα βυθισμένα στο δόγμα, σκληροί ηγέτες της Μεταρρύθμισης, αποτελούσε μια αμφίθυμη στάση μεταξύ της απόλαυσης της ελευθερίας της ύπαρξης (που συνδεόταν με το αρχαίο πνεύμα) και του φόβου του θανάτου και του σκοτεινού προορισμού (που συνδεόταν με το δυτικό θρησκευτικό φονταμενταλισμό). Και δεν ήταν βέβαια μόνο τα πρόσωπα, ήταν, πολύ περισσότερο μια νεαρή γοτθική ψυχή, που με τόση επιδεξιότητα ανακατεύτηκε με την Αναγέννηση, μια νεότητα ενός πολιτισμού ο οποίος ένοιωθε ταπεινοφροσύνη σε έστω απαρχαιωμένες αλλά μεγάλες μορφές στις οποίες έριχνε λοξές ματιές, αρχικά με ζήλεια και αργότερα, ωριμάζοντας, με μνησικακία. Γι αυτό και η αμηχανία, ο παγερός ακαδημαϊσμός, το μασκάρεμα, η αρχαιότητα ως «φάντασμα». Μέσα στο μοτίβο της «μίμησης» (αυτής της λέξης που δεν υπήρχε πριν απ’ τον Πίνδαρο, ίσως όμως ούτε μετά την κατάργηση του χορού από το δράμα), υπάρχουν νωπά τα τραύματα μιας ‘ευρωπαϊκής’ ψυχής που δεν είχε επιλογή παρά την εξιδανίκευση, για την οποία υπεύθυνος μπορεί να είναι μόνο ο δυτικός Θεός και η ψευδαίσθηση της λατρείας στην αρχαιότητα που δεν υπήρξε τίποτε άλλο από την επαλήθευση μιας έλλειψης.


Θάνος Κωτσόπουλος

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Η κρίση τους και η χρήση της

Όσοι αφιερώνουμε λίγο περισσότερο χρόνο πέρα από την απλή κατανάλωση της κοινότοπης ειδησεογραφικής ύλης σχετικά με την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση στις ΗΠΑ, όσοι παρακολουθούμε το αγκομαχητό του, εφτάψυχου όντως, θηρίου διακρίνουμε τη διαφορά: άλλο η κρίση ως οικονομικό φαινόμενο και άλλο η ιδεολογική χρήση της κρίσης, η εκμετάλλευση της στιγμής για ανάδυση ιδεών. Ιδεών θρησκευτικής έμπνευσης – πνευματικές και ηθικολογικές παρακαταθήκες με τις οποίες ο νεοφιλελεύθερος γιγαντοκαπιταλισμός προσβλέπει στη σωτηρία του ή στην παράταση του τιτανισμού του. Στην πραγματικότητα, όπως κάθε μελλοθάνατος, κάνει απλώς την προσευχή του.
Α΄
Για το πρώτο σκέλος λίγα θα μπορούσε να σχολιάσει, ας μου επιτραπεί, οποιοσδήποτε από τη στιγμή που λείπουν στοιχειώδεις εσωτερικές «τεχνικές» πληροφορίες. Ουδείς γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ των τραπεζών που εμπλέκονται και ποιοι είναι οι μέτοχοι. Mάλιστα, κατά παράδοξο τρόπο, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η κρίση παρουσιάζεται ως "αμερικανική" , μια υπόθεση "εθνική", λες και δε βρίσκεται στο κατώφλι της Ευρώπης αλλά και των παγκόσμιων αγορών. Το κρυφτούλι με την ανωνυμία των μετοχών είναι, ας πούμε, ένα χαρτί σ' αυτό το πόκερ για επαγγελματίες. Κανένα θολό τοπίο ωστόσο δεν εμποδίζει εμάς, τους κοινούς, να σκεφτούμε και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Όπως είναι λοιπόν προφανές, 5 είναι τα κυρίως πρόσωπα σ’ αυτό το έργο που για άλλους είναι δράμα και για άλλους φάρσα: οι δανειολήπτες, οι τραπεζικοί υπάλληλοι, οι φορολογούμενοι, οι μέτοχοι και οι πιστωτές των πιστωτών. Ποιοι είναι οι θιγόμενοι; Οι εργαζόμενοι τραπεζικοί οπωσδήποτε, αφού χάνουν τη δουλειά τους. Τι εικόνα κι αυτή του απολυμένου πρώην γιάπη με το χαρτόκουτο! Οι μικροεπενδυτές και αφελείς μέτοχοι επίσης, αφού βλέπουν τις λιγοστές μετοχές τους να γίνονται κουρελόχαρτα. Οι μεγαλομέτοχοι; Ας το δούμε αυτό. Η κρίση, το κραχ εκφράζεται ως χρηματιστηριακή υποτίμηση. Η αναγγελία της κατάρρευσης μιας τράπεζας γίνεται στο χρηματιστήριο, με την τιμή της μετοχής της. Συνεπώς κάποιοι έχουν ήδη πουλήσει τα πακέτα των μετοχών τους. Ποιοι είναι αυτοί που πρόλαβαν; Μήπως οι φουκαράδες μικρομέτοχοι που είναι εγκλωβισμένοι; Όχι βέβαια, είναι οι μεγαλομέτοχοι, αυτοί που έτσι κι αλλιώς είναι ήδη πληροφορημένοι εσωτερικά για την πορεία της τράπεζας. Ας πάμε τώρα στους πιστωτές των πιστωτών, δηλαδή στις τράπεζες που δάνειζαν τις τράπεζες που κατέρρευσαν. Εδώ είναι γνωστό ότι, αντίθετα με τα ισχύοντα στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ οι τράπεζες κινούνται με πολύ χαμηλά δικά τους κεφάλαια σε σχέση με το τζίρο τους και συνεπώς με μεγάλο ρίσκο. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας του παιχνιδιού, γνωστός σε όλους. Όταν όμως το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, με όργανο τις τράπεζες γίνεται η λοκομοτίβα του καπιταλισμού στο κυνήγι του κέρδους, δηλαδή στη φρενήρη αύξηση του τζίρου με όλον αυτό τον πληθωρισμό των δανείων τι άλλο μπορεί να συμβαίνει από αυτό που είναι εγγεγραμμένο στο DNA του καπιταλιστικού συστήματος; Οι πιστωτές των πιστωτών δεν είναι ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο αφελείς από τους πιστωτές των δανειοληπτών. Εφαρμόζουν τον κανόνα του περιθωρίου μεταξύ της ασφάλειας με μικρότερο κέρδος και της επισφάλειας με μεγαλύτερο κέρδος. Στο βαθμό βέβαια που αυτές οι εκ των προτέρων γνωστές επισφάλειες δεν ξεπερνάνε ένα ποσοστό ζημιάς μικρότερης από το ποσοστό κέρδους που δίνουν αυτά τα τολμηρά ανοίγματα. Δεν παρασύρονται ωστόσο και οι πιστωτές των πιστωτών από την κατάρρευση των πελατών τους; Ασφαλώς και γι αυτό στη Μέκκα του φιλελευθερισμού αρχίζει να γίνεται με τον πιο επίσημο και σοβαρό τρόπο λόγος για «κρατικό παρεμβατισμό». Οπότε παύουν να είναι θιγόμενοι οι πιστωτές των πιστωτών αλλά και όλο το πιστωτικό σύστημα, αφού τα σπασμένα θα πληρώσει το αμέσως επόμενο πρόσωπο του έργου, οι φορολογούμενοι για τους οποίους δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι οι χειρότερα θιγόμενοι, εφόσον εφαρμοστούν σχέδια σωτηρίας τύπου σχεδίου Πόλσον το οποίο απέρριψε μεν το Κογκρέσο αλλά για λόγους που εν συνεχεία θα σχολιάσω. Μένουν, τέλος, οι δανειολήπτες. Θα μπορούσαν άραγε να ελπίζουν σε κάτι από αυτή την αναστάτωση; Σε τίποτα καλύτερο βέβαια αφού οι υποχρεώσεις τους παραμένουν και μεταβιβάζονται είτε στην τράπεζα που θα εξαγοράσει εκείνη που χρεωκόπησε είτε στο δημόσιο. Το χειρότερο, αντίθετα, είναι πιθανότερο, αφού στις συνθήκες της κρίσης οι αντοχές και ανοχές για καθυστερήσεις μειώνονται.
Οι κρίσεις, όπως είναι πασίγνωστο, αποτελούν αφετηρίες για νέους κύκλους επενδύσεων και επικερδών επιχειρήσεων και από μόνες τους, χωρίς την αποφασιστική παρέμβαση του λαϊκού και εργατικού κινήματος δεν οδηγούν σε κανενός είδους γενικευμένη κατάρρευση του καπιταλισμού. Η παρούσα κρίση παρουσιάζεται ως χρηματοπιστωτική αλλά ουσιαστικά είναι τυπική κρίση υπερπαραγωγής, η ουσία της δηλαδή είναι η ίδια με την κρίση του ΄29. Η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αντικατέστησε τις κεϋνσιανές συνταγές της ενίσχυσης της ζήτησης μέσω της κρατικής μεσολάβησης με νέες συνταγές ενίσχυσης της ζήτησης μέσω τραπεζικής μεσολάβησης με κριτήριο την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Γι αυτό σήμερα η κρίση δεν ξεκινά ως «κρίση υπερπαραγωγής» (αν και αδυναμία εξυπηρέτησης ενός στεγαστικού ή καταναλωτικού δανείου σημαίνει αδυναμία να αγοράσει κανείς εμπόρευμα από το ράφι της τράπεζας), δεν είναι δηλαδή ότι τα εμπορεύματα μένουν στα ράφια απούλητα (ας μην ξεχνάμε ότι μείωση της αγοραστικής δύναμης, σχετική εξαθλίωση και ύφεση ήδη υπά) αλλά ως «τραπεζική κρίση». Το αμέσως επόμενο στάδιο όμως θα είναι η μετατροπή της σε ανοιχτή κρίση υπερπαραγωγής, την ίδια στιγμή βέβαια που εκατομμύρια ένθρωποι στον κόσμο θα πεινούν ή θα φυτοζωούν.
Β΄
Ας έρθουμε όμως τώρα στις «άϋλες» πλευρές της κρίσης. Αναφέρομαι στο μεγάλο θέμα των θρησκευτικών φονταμενταλιστικών ιδεών τις οποίες θα προβάλλει η αμερικανική συντηρητική δεξιά. Πριν όμως από αυτό ας γίνει ένα σχόλιο για το περίφημο σχέδιο Πόλσον και τη σημασία της απόρριψής του από τη μεγάλη πλειοψηφία των ρεπουμπλικανών και μερίδας των δημοκρατικών. Η "αγέρωχη" στάση των ρεπουμπλικανών τι άλλο από δογματική προσήλωση στις νεοφιλελεύθερες συνταγές αλλά και ομολογία πίστης στις "αστείρευτες δυνάμεις" του καπιταλισμού μπορεί να σημαίνει; Κι όμως, προσλαμβάνεται και προβάλλεται ως σκίρτημα χειραφέτησης, ως ηχηρό "όχι" προς τα λόμπι και τους χρηματοδότες (στους οποίους πρώτη ήταν η Γουόλ Στρητ) και σαν "ναι" στην απαίτηση των απλών ψηφοφόρων.
Με πόση δαψίλεια διαχέονται πλέον οι επικρίσεις και τα αναθέματα για όλους αυτούς τους «επιθετικούς», «άπληστους», «αδηφάγους» που κυνηγούσαν επενδύσεις υψηλού ρίσκου για μεγάλες αποδόσεις. Φτάσαμε έτσι στον καινοφανή όρο των «τοξικών» τίτλων, λες και μπορεί να υπάρχει τραπεζική συμπεριφορά η οποία να κινείται σε πλαίσια «οικολογικά» ή «υγιεινής». Έχουμε τελετουργικά αποδιοπομπαίων τράγων, όπως η Λήμαν. Αυτό ακριβώς επιδιώκει όχι μόνο ο νέος τούτος όρος της "τοξικότητας" αλλά και ο κυρίαρχος δημοσιογραφικός λόγος όπως και η ίδια η κορυφή του συντεταγμένου αμερικανικού συστήματος. Η κερδοφορία είναι όμως αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την κερδοσκοπία. Αλλού λοιπόν η ηθικολογία.
Η καταδίκη της έξαλλης, ληστρικής συμπεριφοράς των τραπεζών αποτελεί το όχημα πάνω στο οποίο θα πατήσει ο νέος φονταμενταλιστικός λαϊκισμός που θα υφάνει από δω και μπρος το συντηρητικό κατεστημένο.
Βέβαια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην εξοργίζεται μ’ αυτή τη μονόπλευρη, επιλεκτική λογική του ληστρικού καπιταλισμού: ιδιωτικοποιώ χαρά θεού δημόσιες επιχειρήσεις για να μην επιβαρύνονται τάχα οι φορολογούμενοι αλλά ρίχνω στις πλάτες τους τα χρέη των γιγάντων που καταρρέουν. Δεν είναι τυχαία λοιπόν η απόρριψη του σχεδίου Πόλσον. Η ομολογία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ ότι χωρίς κρατική παρέμβαση οι μηχανισμοί της αγοράς αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση αποτελεί ταυτόχρονα και σαρωτική κατάρριψη του νεοφιλελεύθερου μύθου. Αποτελεί ταυτόχρονα ομολογία χρεωκοπίας και ενός άλλου μύθου, του αστικοκαπιταλιστικού «τέλους της ιστορίας». Τρέχει να κρυφτεί καταντροπιασμένος ο δεξιός νεοφιλελευθερισμός αλλά σε αδιέξοδο βρίσκεται και ο κεντροδεξιός «τρίτος δρόμος» ο οποίος γνωρίζει πόσο ανεπαρκές είναι και το δικό του φύλλο συκής.
Βέβαια πολλοί «έγκυροι» σχολιαστές αλλά και σημαντικά τμήματα της ελίτ δείχνουν να απολαμβάνουν τη φιλολογία της κρίσης ακόμα και τη διασπορά της καταστροφολογίας. Δείχνουν άνετοι, νηφάλιοι. Δε θα ήταν έτσι ασφαλώς αν ήξεραν ότι οι εργαζόμενες μάζες δεν είναι παθητικές και έχουν δυνατότητες αντίδρασης.
Ακριβώς πάνω σε όλο αυτό το τεχνητά διογκούμενο σκηνικό της καταστροφής και της Αποκάλυψης (θέμα προσφιλές και θρησκευτικά καλλιεργημένο στο αμερικανικό κοινό) στήνεται η νέα «υπέρβαση». Το ισχυρό χαρτί εδώ λέγεται ηθική. Οι «υγιείς» δυνάμεις θα επανασυνδεθούν με τη βαθύτερη ουσία του καπιταλισμού, το «προτεσταντικό πνεύμα» του. Θα επικρατήσουν υποτίθεται λοιπόν πάλι οι σώφρωνες, οι εγκρατείς, οι ευσεβείς οι οποίοι θα προχωρήσουν σε «μεταρρυθμίσεις» και «αναγέννηση» του παραστρατημένου καπιταλισμού, οδηγώντας τον ξανά στην αληθινή του ρίζα και ταυτότητα: το βιβλικό του πεπρωμένο.
Αυτά όμως μας τα έχουν ξαναπεί, το φαγητό είναι ξαναζεσταμένο.
Οι εργαζόμενοι, οι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν την αντικοινωνική και αντιδραστική φύση του καπιταλισμού, να διεκδικήσουν, να δράσουν και να επισπεύσουν την έλευση της αμετάκλητης μοίρας του.
Θάνος Κωτσόπουλος

Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

Γιατί αποχώρησα από τη Μήδεια του Α.Βασίλιεφ

Ήμουν από τους πρώτους που αποχώρησαν από την πρεμιέρα της «Μήδειας» κατά Ανατόλι Βασίλιεφ στην Επίδαυρο, αν και δε δηλώνω φανατικός ροντηρικός. Τριάντα λεπτά ήταν αρκετά για να υποθέσω τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Αποχώρησα κόσμια, δεν διαμαρτυρήθηκα, δε γιουχάισα. Φεύγοντας όμως, ομολογώ, δεν έκρυβα την απαισιοδοξία μου για τα αντανακλαστικά του κοινού. Πίστευα ότι οι θεατές, ιδίως οι νεώτεροι από μένα, δεν θα αντιδράσουν, ότι έχουν εθιστεί στα πάντα. Ευτυχώς διαψεύστηκα!
Μου έκαναν ωστόσο εντύπωση τα «μεθεόρτια». Ο τύπος κατέγραψε αρκετούς «επώνυμους» ενοχλημένους από τις αποδοκιμασίες του κοινού. Ευτυχώς ο Κ. Γεωργουσόπουλος, σε σχόλιό του στα «Νέα», υπεράσπισε το ιερό δικαίωμα των θεατών να αυτοπροστατεύονται. Οι περισσότεροι «καθωσπρέπει» θεώρησαν τη διαμαρτυρία «μη ορθή» συμπεριφορά. Κακώς. Διότι ο ίδιος ο Βασίλιεφ δήλωσε, αμέσως μετά, ενθουσιασμένος από τις αντιδράσεις του κοινού. Κρίμα, μόνο, που δεν εμφανίστηκε στο τέλος της παράστασης να εκφράσει τις ευχαριστίες του πρόσωπο με πρόσωπο με το έξαλλο κοινό. Αλλά και στην αντίθετη αντίδραση, δηλαδή του ενθουσιώδους χειροκροτήματος, πάλι θα ήταν ευτυχής – φαντάζομαι. Άρα, πρόκειται για έναν δημιουργό ο οποίος τελικά δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη του «αμύητου» κοινού. Στο ένθετο μάλιστα της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» υπήρχε συνέντευξη της Αγλαϊας Παππά η οποία δήλωνε περιχαρής από τη στάση του κοινού αν και εντέλει αδιάφορη για την ουσία της αφού, όπως φαίνεται, αυτή ήταν και η «γραμμή» του σκηνοθέτη: πρόκληση, πρόκληση, πρόκληση για όλους «αυτούς» (τους «άλλους», τους καθυστερημένους, ημιμαθείς και τριτοκοσμικούς νεοέλληνες της Επιδαύρου. Άρα, δεν έχει κανένα νόημα να συζητά κανείς τι έκανε ή τι έπρεπε να κάνει το κοινό.
Θέλω, λοιπόν, να σταθώ αποκλειστικά στους λόγους για τους οποίους εγώ προσωπικά επέλεξα να αποχωρίσω από την παράσταση.
Απ’ ότι φαίνεται έχει γίνει συρμός, ιδίως για νέους ηθοποιούς, να θεωρούν σκηνοθέτες όπως ο Βασίλιεφ ως πνευματικούς γκουρού. Τα εργαστήρια και τα σεμινάρια τα οποία παρακολουθούν δεν περιορίζονται σε απλή εκμάθηση τεχνικών ή άσκηση υποκριτικών μεθόδων αλλά μετατρέπονται σε «μυητικές» τελετές μετά τις οποίες οι συμμετέχοντες βγαίνουν «αναβαθμισμένοι».
Ο Βασίλιεφ, ένας ανατολικός μυστικιστής (κάτι σε στάρετς), αποκαλείται πλέον επίσημα, στο δημόσιο λόγο, «γκουρού» και είναι, θεωρώ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας τάσης που αποσκοπεί, να αποσπαστεί το αρχαίο δράμα από το φυσικό του χώρο, το δήμο και να μετατραπεί σε υπόθεση μυστικιστικής σέκτας.
Ο Βασίλιεφ, όπως κάθε πειραματιστής, αντλεί εμπνεύσεις από τις ανατολικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις (Κίνας, Ιαπωνίας, Ινδίας, Ινδονησίας), τις οποίες φαίνεται να σέβεται ιδιαίτερα. Στα εκπαιδευτικά του σεμινάρια π.χ. χρησιμοποιεί φόρμες και ασκήσεις αναπνοής και κίνησης στηριγμένες στις πολεμικές τέχνες. Πολύ ωραία όλα αυτά. Γιατί όμως δε δείχνει τον ίδιο σεβασμό και απέναντι στους κώδικες και τις φόρμες του αρχαίου ελληνικού θεάτρου; Αν ένας ηθοποιός θέλει για ατομικούς λόγους να ασκείται στο τάι- τσι, κανένα πρόβλημα. Το να ισχυριστεί όμως κάποιος ότι το τάι-τσι είναι ειδικός και ουσιώδης όρος για τη διδασκαλία του Προμηθέα το θεωρώ ακραίο.
Ο Βασίλιεφ ανήκει στην πλευρά που αναζητεί τις ρίζες του θεάτρου στον αρχαίο σαμανισμό. Η υπόθεση αυτή δεν είναι καινούργια και δε στερείται ενδιαφέροντος. Ίσως μάλιστα να αποτέλεσε ιδρυτική ιδέα και έναυσμα για τους ενδιαφέροντες και σημαντικούς πειραματισμούς του μεγάλου Στανισλάφσκι (με τον οποίο ο Βασίλιεφ συνδέεται έμμεσα: η μαθήτρια του Στανισλάφσκι Μαρία Κνέμπελ υπήρξε δασκάλα του και του μετέδωσε στοιχεία από την «ώριμη» περίοδό του). Τι σημαίνει όμως αυτό το άνοιγμα στο μυστικισμό, τη μεταφυσική, την αναζήτηση «κλιμάκων του Ιακώβ» για την αρχαία ελληνική τραγωδία; Διότι, αν το να παρακολουθεί κανείς μια αρχαία τραγωδία είναι σα να παίρνει μέρος σε μια θρησκευτική τελετή, δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμβαίνει το αντίθετο: το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι κάτι πέρα, πολύ πιο πέρα από θρησκευτική τελετή. Αν οι δυνάμεις του ουρανού και της γης, οι θετικές και αρνητικές ενέργειες, οι αόρατες σκάλες, η υπερβατικότητα και ο πουριτανισμός μπορούν (έστω!) να εκπροσωπηθούν ή να προσεγγιστούν μέσα από το κατά Βασίλιεφ υπερτονισμένο διονυσιακό στοιχείο, πού ήταν ο Απόλλωνας; Απουσίαζε, απλούστατα γιατί είναι ένας θεός ακατάληπτος για όποιον αρνείται το μεδούλι του αρχαίου ελληνικού δράματος: τον χειραφετημένο και αυτοθεσπιζόμενο άνθρωπο που είναι πριν απ’ όλα και εν τέλει πολιτικός.
Έφυγα από την παράσταση του Βασίλιεφ ενώ στα αυτιά μου ηχούσαν ακόμα οι διδασκαλίες που αντιμετώπιζαν το αρχαίο δράμα ως «μίμηση» με κατάληξη την κάθαρση όπως το ήθελε ο Αριστοτέλης. Οι μυθικοί αυτοί ήρωες, που γεννήθηκαν πριν ακόμα γεννηθεί ο δυτικός θεός, σε μια εποχή που η ανθρωπότητα αξιωνόταν τη γέννηση της δημοκρατίας μέσα στις μήτρες των αρχαίων αμφιθεάτρων δε σχετίζονται με τους κατά τα άλλα ενδιαφέροντες για το αστικό θέατρο πειραματισμούς του Στανισλάφσκι, του Βαχτάνγκοφ, του Μέγιερχολντ, του ρώσικου φουτουρισμού ή του Άκτορς Στούντιο.
Καταλήγοντας: δεν εγκατέλειψα τη Μήδεια του Βασίλιεφ ούτε για τα ρεμπέτικα (τα οποία λατρεύω) ούτε για τα υστερικά κατσικοπηδήματα του Ιάσονα ούτε για τα κιτς καροτσάκια ούτε για τη σκηνή της τρίγλωσσης αγγελικής ρήσης, ούτε για τον πρόχειρο εκλεκτικισμό της. Αν όλα αυτά είχαν παρουσιαστεί αλλού, έχοντας εκ των προτέρων εξηγήσει την πειραματική του πρόταση σε ένα κοινό ήδη ενημερωμένο για το τι πρόκειται να παρακολουθήσει δε θα είχα κανένα πρόβλημα. Γιατί όμως στην Επίδαυρο κε Λούκο; Γιατί θεωρείτε ότι σ’ ένα χώρο ύψιστης συμβολικής αξίας θα πρέπει να γίνονται πειραματισμοί στο αρχαίο δράμα; Γιατί ενοχλούμαστε όταν οι Τούρκοι οργανώνουν πολιτιστικά events στην Αγιά Σοφιά και όχι στον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου; Γιατί κε Λούκο πρέπει το Ελληνικό Φεστιβάλ να αποκλείει την πολυφωνία και να προβάλλει μόνο τον Α. Βασίλιεφ; Γιατί πρέπει να υποκρίνεται το «Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε.» ότι ενδιαφέρεται για την προβολή του ελληνικού αρχαίου δράματος; Και μια τελευταία ερώτηση: μπορείτε κ. Βασίλιεφ να παρουσιάσετε σ’ εμάς, τους νεοέλληνες, τις θεωρητικές απόψεις σας για την έννοια του τραγικού;


Θάνος Κωτσόπουλος


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η αναπαραγωγή (ολική ή μερική) του περιεχομένου της ιστοσελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και τους κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Ο Καύκασος χωρίς Προμηθέα

Στη διάρκεια της νύχτας της 7ης Αυγούστου, λίγο πριν την εναρκτήρια τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, ο Πρόεδρος της Γεωργίας Μ. Σαακασβίλι διέτασσε μεγάλης έκτασης στρατιωτική επίθεση κατά της Τσχινβάλι, πρωτεύουσας της Νότιας Οσετίας.
Οι εναέριοι βομβαρδισμοί και οι χερσαίες επιθέσεις κατευθύνθηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος εναντίον πολιτικών στόχων (κατοικημένων περιοχών, νοσοκομείων και του πανεπιστημίου). Οι επιθέσεις οδήγησαν σε περίπου 1500 θανάτους αμάχων, σύμφωνα τόσο με ρωσικές όσο και δυτικές πηγές.
Η Γεωργία αποτελεί πλέον ένα προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, στα σύνορα της Ρωσίας και πολύ κοντά μέσα στα ανοικτά μέτωπα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Η Νότια Οσετία είναι επίσης στρατηγικό σταυροδρόμι των αγωγών πετρελαίου και αερίου.
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι Γεωργία δεν ενεργεί στρατιωτικά χωρίς τη συγκατάθεση της Ουάσιγκτον. Ο αρχηγός του γεωργιανού κράτους είναι όργανο των Αμερικανών και η Γεωργία αποτελεί αμερικανικό προτεκτοράτο.
Είναι λοιπόν φανερό ότι οι επιθέσεις συντονίστηκαν προσεκτικά από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Μόσχα έχει κατηγορήσει το ΝΑΤΟ για «την ενθάρρυνση της Γεωργίας και έχει στείλει σαφείς προειδοποιήσεις μηδενικής ανοχής για περαιτέρω νατοϊκές παρεμβάσεις.
Με βάση ένα προγενέστερο σχέδιο επίθεσης πρώτος στόχος θα ήταν η Αμπχαζία αλλά στη συνέχεια η Ν. Οσετία θεωρήθηκε πιο εύκολη περίπτωση.
Η Μόσχα φυσικά περίμενε την επίθεση αυτή και γι αυτό πραγματοποίησε την αντεπίθεση ακαριαία.
Ρώσοι αλεξιπτωτιστές στάλθηκαν από αερομεταφερόμενα τμήματα του Ιβάνοβο, της Μόσχας και του Πσκοβ ενώ ακολούθησαν τανκς, θωρακισμένα οχήματα και αρκετές χιλιάδες πεζά τμήματα. Τα χτυπήματα από αέρα στόχευαν κυρίως σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο έδαφος της Γεωργίας συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βάσης Γκόρι.

Το εύλογο ερώτημα όλων είναι αν αυτή η γεωργιανή επίθεση αποτελεί προβοκάτσια κατά της Ρωσίας, να την εμπλέξει δηλαδή σ’ ένα πόλεμο από τον οποίο το ΝΑΤΟ θεωρεί ότι θα βγει κερδισμένο. Ποιοι ήταν οι λόγοι για να ξαναγυρίσουν οι αμερικανορωσικές σχέσεις στην εποχή της κουβανικής κρίσης του 1962.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η στρατιωτική παρουσία της Γεωργίας στο Ιράκ είναι η τρίτη δκατά σειρά, μετά την αμερικανική και τη βρετανική. Τώρα τα στρατεύματα αυτά επιστρέφουν, με βάση αμερικανικούς σχεδιασμούς, για να χρησιμοποιηθούν σε αναμετρήσεις με τη Ρωσία.

Πρόκειται λοιπόν για την πρώτη πράξη ενός ευρύτερου πολέμου στην κεντρική Ασία, ο οποίος σχεδιάζεται από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ αλλά και το Ισραήλ, το οποίο απέστειλε έναν αριθμό από στρατιωτικούς συμβούλους του και πολεμικό υλικό στην επίθεση της 7ης-8ης Αυγούστου. Το Ισραήλ αποτελεί στρατηγικό εταίρο στην εκμετάλλευση του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας-Σεϊχάν. Το 20% του πετρελαίου του προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν και περνά μέσα από αυτόν τον αγωγό αλλά πέρα από αυτό φιλοδοξεί να παίξει ρόλο στην επανεξαγωγή του καυκασιανού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές.

Πάντως τα ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη έκαναν επιθέσεις στο εργοστάσιο πολεμικών αεροσκαφών στα περίχωρα της Τιφλίδας. Η βάση Γκόρι χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδυση των γεωργιανών που στάλθηκαν με αμερικανική εντολή στο πολεμικό θέατρο του Ιράκ.

Η όλη δραματική στρατιωτική επίθεση της Γεωργίας στη Νότια Οσετία στις τελευταίες ημέρες έχει φέρει τον κόσμο ένα βήμα πιό κοντά στη φρίκη του όχι τόσο ενός ψυχρού πολέμου όσο ενός πυρηνικού πολέμου.
Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης – και πολλά άλλα – παρουσιάζουν τη Μόσχα ως την «επιτιθέμενη» πλευρά.
Ήδη έχει διατυπωθεί η «αφελής» άποψη ότι ο Μπους και ο Τσένι διέταξαν το όργανό τους στη Γεωργία Πρόεδρο Μ. Σαακασβίλι με σκοπό να υποχρεώσουν τον επόμενο αμερικανό πρόεδρο να συνεχίσει το δόγμα Μπους.

Η Ουάσιγκτον διευρύνει συστηματικά το ΝΑΤΟ με βάση τα ιμπεριαλιστικά σχέδιά της, δημιουργώντας ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων από Κόσοβο έως την Πολωνία, την Τουρκία το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Το 1999, τα πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας Ουγγαρία, Πολωνία και η Τσεχία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Ακολούθησαν η Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, ακολουθούμενες και η Σλοβακία. Τώρα η Ουάσιγκτον ασκεί ασφυκτική πίεση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν στο ΝΑΤΟ, ειδικά τη Γερμανία και τη Γαλλία, για την είσοδο της Γεωργίας και της Ουκρανίας.

Για τη σύγκρουση μεταξύ Γεωργίας, Νότιας Οσετίας και Αμπχαζίας μπορούν να σημειωθούν κατ’ αρχήν τα εξής: Η Νότια Οσετία, που ως το 1990 αποτελούσε μια αυτόνομη περιοχή της σοβιετικής δημοκρατίας της Γεωργίας, επιδίωξε να ενωθεί με το ομοεθνές τους κράτος της Βόρειας Οσετίας, μια αυτόνομη δημοκρατία της τότε ΕΣΣΔ και τώρα της Ρωσίας. Οι Οσέτιοι αισθάνονταν ανασφαλείς από τον γεωργιανό εθνικισμό ήδη από την εποχή του Ζβιαντ Γκαμσαχουρδία. Μετά την επικράτηση – με αμερικανική υποστήριξη – του Σαακασβίλι στη λεγόμενη «ρόδινη» επανάσταση οι φόβοι για αναζωπύρωση του εθνικισμού ενισχύθηκαν.

Τόσο η Αμπχαζία (χώρα-θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας) όσο και η Νότια Οσετία επιδίωξαν, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ να αποσχιστούν από τη Γεωργία (η πρώτη το 1992-94 η δεύτερη το 1991). Το Δεκέμβριο του 1990 (επί Γκαμσαχουρδία) η Γεωργία έστειλε τα στρατεύματα στη Νότια Οσετία δηλώνοντας την κυριαρχία της στην περιοχή. Η κίνηση αυτή της Γεωργίας αποτράπηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Κατόπιν η Γεωργία δήλωσε την κατάργηση της αυτονομίας της Νότιας Οσετίας και της ενσωμάτωσής της στη Γεωργία.
Μέχρι τα τέλη του 2005, η Γεωργία υπέγραψε συμφωνία ότι δεν θα χρησιμοποιούσε στρατιωτική δύναμη, ενώ οι Αμπζάζιοι θα επέτρεπαν τη βαθμιαία επιστροφή 200.000 Γεωργιανών. Αλλά η συμφωνία κατέρρευσε στις αρχές του 2006, όταν ο Σαακασβίλι έστειλε στρατεύματα για την ανακατάληψη της κοιλάδας Κοντόρι στην Αμπχαζία. Από τότε ο σαακασβίλι έχει κλιμακώσει τις προετοιμασίες του για στρατιωτική δράση.
Η Ρωσία είναι φυσικά απρόθυμη να δει τη Γεωργία προσχωρεί στο ΝΑΤΟ. Οι Οσέτιοι είναι οι παλαιότεροι σύμμαχοι της Ρωσίας και έχουν ενισχύσει τα ρωσικά στρατεύματα σε πολλούς πολέμους. Η Ρωσία επίσης δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την Αμπχαζία.
Σε δημοψήφισμα του Νοεμβρίου του 2006, η συντριπτική πλειοωηφία των Οσ’ετιων ψήφισε για την ανεξαρτησία τους από τη Γεωργία, κρατώντας οι περισσότεροι τα ρωσικά τους διαβατήρια. Αυτό επέτρεψε στον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ να δικαιολογήσει την αντεπίθεση των ρώσων στρατιωτών στη Γεωργία ως προσπάθεια «να προστατευθούν οι ζωές και η αξιοπρέπεια των ρώσων πολιτών, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.»

Για τη Ρωσία (όχι μόνο τώρα αλλά από την εποχή των τσάρων) η Οσετία είναι μια σημαντική στρατηγική βάση κοντά στα τουρκικά και ιρανικά σύνορα. Η Γεωργία είναι επίσης σημαντική χώρα διέλευσης για το πετρέλαιο που αντλείται από την Κασπία και φτάνει μέσω του αγωγού Μπακού-Τιφλίδας στον τουρκικό λιμένα Σεϊχάν.
Για τους Γεωργιανούς τόσο η Νότια Οσετία και η Αμπχαζία θεωρούνται απλά τμήματα του εθνικού τους εδάφους. Οι υποσχέσεις από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ για την ένταξη της Γεωργίας στη συμμαχία, και οι επιδεικτικές δηλώσεις υποστήριξης από την Ουάσιγκτον, έχουν ενθαρρύνει τον Σαακασβίλι και τις στρατιωτικές επιθέσεις του ενάντια στη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία. Τόσο όμως αυτός όσο και οι αμερικανοί υποστηρικτές του φαίνεται πως έκαναν μια λάθος κίνηση. Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραμείνει αδρανής.
Η Ρωσία είναι μεν ασθενέστερη από την αμερικανονατοϊκή συμμαχία αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα φιλόδοξο ιμπεριαλιστή παίκτη στον έλεγχο του πλούτου του Καυκάσου και παραμένει ένας μεγάλος αντίπαλος. Αλλά οι μικρές χώρες πρέπει να εκμεταλλεύονται αυτές τις αντιθέσεις. Καθώς η Ρωσία αναπολεί τα χαμένα μεγαλεία της ΕΣΣΔ είναι βέβαια ευάλωτη σε σπασμωδικές κινήσεις, παρέχοντας έτσι μια μεγάλη ευκαιρία για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Μέχρι στιγμής πάντως κατέκτησε μια σημαντική διπλωματική αλλά και επικοινωνιακή νίκη. Δυστυχώς, το ενδεχόμενο μιας μυστικής αμερικανορωσικής συμφωνίας δεν είναι εντελώς απίθανο, κάτι δυσοίωνο για τους λαούς της εγγύς και μέσης Ασίας.
Θάνος Κωτσόπουλος